All spiritual contemplation should be governed by faith, hope and love, but most of all by love. The first two teach us to be detached from visible delights, but love unites the soul with the excellence of God, searching out the Invisible by means of intellectual perception.
Από κάθε πνευματική θεωρία, αδελφοί, πρέπει να προηγείται η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη· προπάντων όμως η αγάπη. Η πίστη και η ελπίδα διδάσκουν τον άνθρωπο να καταφρονεί τα ορατά υλικά αγαθά. Ενώ η αγάπη ενώνει την ψυχή με τις αρετές του Θεού, αναζητώντας τον Αόρατο με την νοερή αίσθηση.
2
Only God is good by nature, but with God's help man can become good through careful attention to his way of life. He transforms himself into what he is not when his soul, by devoting its attention to true delight, unites itself to God, in so far as its energized power desires this. For it is written: 'Be good and merciful as is your Father in heaven' (cf. Luke 6:36; Matt. 5:48).
Κατά φύσιν αγαθός είναι μόνον ο Θεός. Γίνεται και ο άνθρωπος αγαθός με την επιμέλεια της διαγωγής του μέσω του όντως αγαθού, δηλ. του Θεού. Και αλλάζει ο άνθρωπος και γίνεται αυτό που δεν είναι, δηλ. αγαθός, όταν η ψυχή με το να επιμελείται το καλό πλησιάζει τόσο το Θεό, όσο ενεργοποιείται η δύναμή της στο αγαθό. Γιατί λέει ο Κύριος: «Να γίνεστε αγαθοί και σπλαχνικοί, όπως ο Πατέρας σας στον ουρανό»(Λουκ. 6, 36).
3
Evil does not exist by nature, nor is any man naturally evil, for God made nothing that was not good. When in the desire of his heart someone conceives and gives form to what in reality has no existence, then what he desires begins to exist. We should therefore turn our attention away from the inclination to evil and concentrate it on the remembrance of God; for good, which exists by nature, is more powerful than our inclination to evil. The one has existence while the other has not, except when we give it existence through our actions.
Το κακό, ούτε φυσική ύπαρξη έχει, αλλ’ ούτε και κανένας είναι εκ φύσεως κακός. Γιατί ο Θεός δεν έπλασε τίποτε κακό. Όταν κανείς επιθυμήσει το κακό, τότε το ανύπαρκτο αρχίζει και γίνεται υπαρκτό, όπως το θέλει εκείνος που το κάνει. Πρέπει λοιπόν με την επιμέλεια της μνήμης του Θεού, να αμελούμε τη συνήθεια του κακού. Γιατί είναι πιο δυνατή η φύση του καλού από τη συνήθεια του κακού. Και τούτο γιατί το καλό υπάρχει, ενώ το κακό δεν υπάρχει, παρά μόνο όταν το πράττομε.
4
All men are made in God's image; but to be in His likeness is granted only to those who through great love have brought their own freedom into subjection to God. For only when we do not belong to ourselves do we become like Him who through love has reconciled us to Himself. No one achieves this unless he persuades his soul not to be distracted by the false glitter of this life.
Όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα του Θεού. Το «καθ’ ομοίωσιν» όμως το έχουν μόνον εκείνοι οι οποίοι με πολλή αγάπη υποδούλωσαν την ελευθερία τους στο Θεό· γιατί όταν δεν ανήκομε στους εαυτούς μας, τότε είμαστε όμοιοι με Εκείνον που μας συμφιλίωσε με τον εαυτό Του μέσω της αγάπης. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το επιτύχει, αν δεν πείσει την ψυχή του να μην δελεάζεται από την εύκολη δόξα αυτού του κόσμου.
5
Free will is the power of a deiform soul to direct itself by deliberate choice towards whatever it decides. Let us make sure that our soul directs itself deliberately only towards what is good, so that we always consume our remembrance of evil with good thoughts.
Αυτεξουσιότητα είναι η θέληση της λογικής ψυχής, η οποία στρέφεται αμέσως σε ό,τι θέλει. Αυτή πρέπει να την παρακινούμε να είναι έτοιμη πάντοτε να στρέφεται μόνο προς το αγαθό, ώστε πάντοτε με τις αγαθές έννοιες να αφανίζομε τη μνήμη του κακού.
6
The light of true knowledge is the power to discriminate without error between good and evil. Then the path of righteousness leads the intellect upward towards the Sun of Righteousness and brings it into the boundless illumination of spiritual knowledge, so that henceforward it will grow more and more confident in its quest for love. With an incensive power free from anger we should snatch righteousness from the hands of those who dare to outrage it, since the aspiration for holiness triumphs not by hating others, but by convincing them of their faults.
Φως αληθινής γνώσεως είναι το να διακρίνομε χωρίς λάθος το καλό από το κακό. Τότε η οδός της αρετής, οδηγώντας το νου στο Θεό, τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον εισάγει σε άπειρο φως γνώσεως, ώστε πλέον να ζητεί φανερά και με θάρρος την αγάπη. Πρέπει λοιπόν με θυμό χωρίς οργή να αρπάζομε το δίκαιο από εκείνους που τολμούν να το υβρίζουν και να το καταπατούν. Γιατί ο ζήλος για την ευσέβεια μάχεται και νικά όχι με μίσος, αλλά με τον έλεγχο.
7
Spiritual discourse fully satisfies our intellectual perception, because it comes from God through the energy of love. It is on account of this that the intellect continues undisturbed in its concentration on theology. It does not suffer then from the emptiness which produces a state of anxiety, since in its contemplation it is filled to the degree that the energy of love desires. So it is right always to wait, with a faith energized by love, for the illumination which will enable us to speak. For nothing is so destitute as a mind philosophizing about God when it is without Him.
Ο πνευματικός λόγος πληροφορεί τη νοερή αίσθηση, γιατί προέρχεται από το Θεό με την ενέργεια της αγάπης. Γι’ αυτό και δεν ταλαιπωρείται ο νους μας κατά τις θεολογικές του θεωρίες, επειδή δεν έχει τότε εκείνη τη φτώχεια που οδηγεί στην αναζήτηση νοημάτων, καθώς απλώνεται σε πνευματικές θεωρίες τόσο, όσο θέλει η ενέργεια της αγάπης. Καλό λοιπόν είναι πάντοτε να περιμένομε, με πίστη που την κινεί η αγάπη, τον φωτισμό του λόγου. Γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε φτωχότερο από το να φιλοσοφεί κανείς περί Θεού, χωρίς να έχει το φωτισμό του Θεού.
8
The unilluminated should not embark on spiritual speculations nor, on the other hand, should anyone try to speak while the light of the Holy Spirit is shining richly upon him. For where there is emptiness, ignorance is also to be found, but where there is richness of the Spirit, no speech is possible. At such a time the soul is drunk with the love of God and, with voice silent, delights in His glory. We should therefore watch for the middle point between these two extremes before we begin to speak of God. This balance confers a certain harmony on our words glorifying God; as we speak and teach, our faith is nourished by the richness of the illumination and so, because of our love, we are the first to taste the fruits of knowledge. For it is written: 'The farmer who does the work should be the first to eat of the produce' (2 Tim. 2; 6).
Όταν κάποιος είναι αφώτιστος, δεν πρέπει να καταπιάνεται με τα πνευματικά θέματα· αλλά και εκείνος που φωτίζεται πλούσια από την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να αρχίσει να ομιλεί γι’ αυτά. Η φτώχεια στα πνευματικά φέρνει την άγνοια, αλλά και ο πλούτος δεν επιτρέπει την ομιλία. Γιατί τότε η ψυχή, μεθυσμένη από την αγάπη του Θεού, επιθυμεί μέσα στη σιωπή της να απολαμβάνει τη δόξα του Κυρίου. Ώστε πρέπει να παρατηρούμε πότε βρισκόμαστε σε μια μέση κατάσταση και τότε να μιλάμε για το Θεό. Αυτή η κατάσταση δίνει στην ψυχή ένα είδος λόγων γεμάτων από δόξα, ενώ η λαμπρότητα του θείου φωτισμού τρέφει με πίστη την πίστη εκείνου που λέει τους λόγους αυτούς, για να γευθεί πρώτος αυτός τον καρπό της θείας γνώσεως με την αγάπη. Γιατί ο γεωργός που κοπιάζει πρέπει πρώτος να γεύεται τους καρπούς(Β΄ Τιμ. 2, 6).
9
Wisdom and spiritual knowledge are both gifts of the one Holy Spirit, as are all the divine gifts of grace; but each has its own distinctive energy. For this reason the Apostle testifies that to one is given wisdom, to another spiritual knowledge by the same Spirit (cf. 1 Cor. 12:8). Such knowledge unites man to God through experience, but does not move him to express outwardly what he knows. Some, then, of those who practice the solitary life are consciously illuminated by spiritual knowledge, yet do not speak about God. But when wisdom, with the fear of God, is given to someone at the same time as spiritual knowledge - and this seldom happens - it leads him to express outwardly the inner energies of this knowledge within him; for spiritual knowledge illuminates men through its inner energy while wisdom does so through being expressed outwardly. Spiritual knowledge comes through prayer, deep stillness and complete detachment, while wisdom comes through humble meditation on Holy Scripture and, above all, through grace given by God.
Η σοφία και η γνώση είναι χαρίσματα του ενός Αγίου Πνεύματος. Το κάθε όμως χάρισμα ενεργεί με διάφορο τρόπο. «Σε άλλον δίνεται σοφία, σε άλλον γνώση, από το ίδιο Πνεύμα»(Α΄ Κορ. 12, 8), όπως μαρτυρεί και ο Απόστολος Παύλος. Και η γνώση ενώνει με την πείρα τον άνθρωπο με το Θεό, αλλά δεν κινεί την ψυχή σε λόγους για τα όντα. Γι’ αυτό και μερικοί που ασκούν το μοναχικό βίο, φωτίζονται από τη γνώση με νοερή αίσθηση, αλλά η ψυχή τους δεν κινείται σε θείους λόγους. Η σοφία όμως, όταν δοθεί με φόβο σε κάποιον μαζί με τη γνώση (και αυτό είναι σπάνιο), φανερώνει τις ίδιες τις ενέργειες της θείας γνώσεως· γιατί η γνώση συνηθίζει να φωτίζει τον νου με την εμπειρία, ενώ η σοφία με τον πνευματικό λόγο. Τη γνώση την προξενεί η προσευχή και η πολλή ησυχία και η τέλεια αμεριμνία, ενώ τη σοφία την προξενεί η συνεχής μελέτη των λόγων του Θεού, που γίνεται χωρίς κενοδοξία· και προπάντων η χάρη του Θεού.
10
When the soul's incensive power is aroused against the passions, we should know that it is time for silence, as the hour of battle is at hand. But when this turbulence grows calm, whether through prayer or through acts of mercy, we may then be moved by a desire to proclaim God's mysteries, restraining the wings of our intellect with the cords of humility. For unless a man sets himself utterly at naught, he cannot speak of the majesty of God.
Όταν το θυμικό μέρος της ψυχής κινείται κατά των παθών, πρέπει να γνωρίζομε ότι είναι καιρός σιωπής, γιατί είναι ώρα αγώνα. Όταν κάποιος δει ότι η ταραχή εκείνη, με την προσευχή ή με την ελεημοσύνη και τη συμπάθεια, μεταβλήθηκε σε γαλήνη, τότε ας κινεί την ψυχή του στον έρωτα των λόγων του Θεού, ασφαλίζοντας όμως με το δεσμό της ταπεινοφροσύνης τα φτερά του νου. Γιατί αν κανείς δεν ταπεινώσει υπερβολικά τον εαυτό του με τέλεια καταφρόνηση, δεν μπορεί να ομιλεί για την μεγαλειότητα του Θεού.
11
Spiritual discourse always keeps the soul free from self-esteem, for it gives every part of the soul a sense of light, so that it no longer needs the praise of men. In the same way, such discourse keeps the mind free from fantasy, transfusing it completely with the love of God. Discourse deriving from the wisdom of this world, on the other hand, always provokes self-esteem; because it is incapable of granting us the experience of spiritual perception, it inspires its adepts with a longing for praise, being nothing but the fabrication of conceited men. It follows, therefore, that we can know with certainty when we are in the proper state to speak about God, if during the hours when we do not speak we maintain a fervent remembrance of God in untroubled silence.
Ο πνευματικός λόγος φυλάγει πάντοτε την ψυχή από την κενοδοξία, γιατί τη φωτίζει σε όλα τα μέρη της και την κάνει να μην έχει ανάγκη από ανθρώπινη τιμή. Γι’ αυτό και φυλάγει τη διάνοια από φαντασίες, καθώς την αλλοιώνει και τη στρέφει ολόκληρη στην αγάπη του Θεού. Αντίθετα, ο λόγος της σοφίας του κόσμου παρακινεί πάντοτε τον άνθρωπο στη φιλοδοξία· επειδή δεν ικανοποιεί με νοερή αίσθηση την ψυχή, προξενεί στους οπαδούς του αγάπη για επαίνους, αφού είναι δημιούργημα κενόδοξων ανθρώπων. Θα γνωρίσομε λοιπόν την ενέργεια του θείου και πνευματικού λόγου χωρίς να πλανηθούμε, όταν δαπανούμε τις ώρες που δεν μιλάμε, σε σιωπή χωρίς μέριμνες και στη θερμή μνήμη του Θεού.
12
Whoever loves himself cannot love God; but if, because of 'the overflowing richness' of God's love, a man does not love himself, then he truly loves God (Eph. 2:7). Such a man never seeks his own glory, but seeks the glory of God. The man who loves himself seeks his own glory, whereas he who loves God loves the glory of his Creator. It is characteristic of the soul which consciously senses the love of God always to seek God's glory in every commandment it performs, and to be happy in its low estate. For glory befits God because of His majesty, while lowliness befits man because it unites us with God. If we realize this, rejoicing in the glory of the Lord, we too, like St John the Baptist, will begin to say unceasingly, 'He must increase, but we must decrease' (cf. John 3:30).
Εκείνος που αγαπά τον εαυτό του, δεν μπορεί να αγαπά το Θεό. Εκείνος που δεν αγαπά τον εαυτό του εξαιτίας του υπερβολικού πλούτου της αγάπης του Θεού, αυτός αγαπά το Θεό. Ο άνθρωπος αυτός δεν ζητεί ποτέ τη δική του δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Γιατί εκείνος που αγαπά τον εαυτό του, ζητεί τη δική του δόξα· εκείνος όμως που αγαπά το Θεό, αγαπά την δόξα του Δημιουργού του. Είναι ιδίωμα της ψυχής που έχει πνευματική αίσθηση και αγαπά το Θεό, το να ζητεί πάντοτε την δόξα του Θεού σε όλες τις εντολές που πράττει και να ευχαριστείται στην δική της ταπείνωση. Γιατί στο Θεό πρέπει η δόξα για τη μεγαλοσύνη Του, ενώ στον άνθρωπο αρμόζει η ταπείνωση με την οποία γινόμαστε οικείοι του Θεού. Ό,τι και αν κάνομε, ας λέμε πάντοτε κι εμείς με χαρά για τη δόξα του Θεού, εκείνο που έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής: «Εκείνος πρέπει να δοξάζεται, ενώ εμείς να μικραίνομε»(Ιω. 3, 30).
13
I know a man who loves God with great intensity, and yet grieves because he does not love Him as much as he would wish. His soul is ceaselessly filled with burning desire that God should be glorified in him and that he himself should be as nothing. This man does not think of what he is, even when others praise him. In his great desire for humility he does not think of his priestly rank, but performs his ministry as the rules enjoin. In his extreme love for God, he strips himself of any thought of his own dignity; and with a spirit of humility he buries in the depths of divine love any pride to which his high position might give rise. Thus, out of desire to humble himself, he always sees himself in his own mind as a useless servant, extraneous to the rank he holds. We too should do the same, fleeing all honor and glory in the overflowing richness of our love for the Lord who loves us so greatly.
Γνωρίζω κάποιον, ο οποίος αγαπά τόσο πολύ το Θεό (και όμως πενθεί γιατί δεν τον αγαπά όσο θα ήθελε), ώστε η ψυχή του να βρίσκεται ακατάπαυστα σε μια τέτοια θερμή επιθυμία, ώστε ο Θεός να δοξάζεται από αυτόν, ενώ ο ίδιος να είναι σαν να μην υπάρχει. Ο ίδιος ούτε γνωρίζει ότι έχει τόση αγάπη προς το Θεό, ακόμα και όταν τον επαινούν. Και αυτό συμβαίνει, γιατί από την πολλή επιθυμία της ταπεινώσεως δεν εννοεί την αξία του, αλλά υπηρετεί το Θεό, όπως είναι νόμος για τους ιερείς· και από την πολλή αγάπη του προς τον Θεό, λησμονεί την αξία του, κρύβοντας στο βάθος της αγάπης του Θεού το καύχημά του γι’ αυτή με πνεύμα ταπεινώσεως. Έτσι φαίνεται πάντοτε στον εαυτό του αχρείος δούλος, κατώτερος της αξίας του, από την επιθυμία της ταπεινώσεως. Αυτό πρέπει να το κάνομε κι εμείς και να αποφεύγομε κάθε τιμή και δόξα για χάρη του υπερβολικού πλούτου της αγάπης του Κυρίου, που τόσο μας αγαπά.
14
He who loves God consciously in his heart is known by God (cf. 1 Cor. 8:3), for to the degree that he receives the love of God consciously in his soul, he truly enters into God's love. From that time on, such a man never loses an intense longing for the illumination of spiritual knowledge, until he senses its strength in his bones and no longer knows himself, but is completely transformed by the love of God. He is both present in this life and not present in it; still dwelling in the body, he yet departs from it, as through love he ceaselessly journeys towards God in his soul. His heart now bums constantly with the fire of love and clings to God with an irresistible longing, since he has once and for all transcended self-love in his love for God. As St Paul writes: 'If we go out of ourselves, it is because of God; if we are restrained, it is for your sake' (2 Cor. 5:13.
Εκείνος που αγαπά το Θεό με αίσθηση καρδιάς, εκείνος είναι γνώριμος του Θεού(Α΄ Κορ. 8, 3). Γιατί όσο περισσότερο δέχεται κανείς με αίσθηση ψυχής την αγάπη του Θεού, τόσο περισσότερο αυξάνει την αγάπη του στο Θεό. Ο άνθρωπος αυτός δεν παύει ποτέ με έναν σφοδρό έρωτα να επιθυμεί να γνωρίσει περισσότερο το Θεό, μέχρις ότου τον αισθανθεί και με αυτή την αίσθηση των οστών του. Δεν γνωρίζει πλέον τον εαυτό του, αλλά είναι ολόκληρος αλλοιωμένος από την αγάπη του Θεού. Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά και δεν βρίσκεται σ’ αυτόν. Βρίσκεται σ’ αυτόν με το σώμα του, αλλά ζει με την αγάπη έξω από τον κόσμο, καθώς η ψυχή του κινείται ακατάπαυστα προς το Θεό. Καθώς λοιπόν καίγεται ολοένα η καρδιά του από τη φωτιά της αγάπης, κάποιος πόθος τον σπρώχνει να προσκολληθεί στο Θεό, μια και βγήκε έξω από την αγάπη του εαυτού του εξαιτίας της αγάπης προς το Θεό. «Είτε βγήκαμε από τον εαυτό μας, το κάναμε για το Θεό, λέει ο Απόστολος· είτε σωφρονούμε, το κάνομε για σας»(Β΄ Κορ. 5, 13).
15
When a man begins to perceive the love of God in all its richness, he begins also to love his neighbor with spiritual perception. This is the love of which all the scriptures speak. Friendship after the flesh is very easily destroyed on some slight pretext, since it is not held firm by spiritual perception. But when a person is spiritually awakened, even if something irritates him, the bond of love is not dissolved; rekindling himself with the warmth of the love of God, he quickly recovers himself and with great joy seeks his neighbor’s love, even though he has been gravely wronged or insulted by him. For the sweetness of God completely consumes the bitterness of the quarrel.
Όταν αρχίσει κανείς να αισθάνεται πλουσιοπάροχα την αγάπη του Θεού, τότε αρχίζει να αγαπά με πνευματική αίσθηση και τον πλησίον. Αυτή είναι η αγάπη για την οποία μιλούν όλες οι Γραφές. Η κατά σάρκα φιλία πολύ εύκολα διαλύεται, όταν βρεθεί κάποια ασήμαντη αιτία, γιατί δεν είναι δεμένη με την πνευματική αίσθηση. Στον άνθρωπο όμως που στην ψυχή του ενεργεί ο Θεός, και αν συμβεί κάποιος ερεθισμός, δεν λύνεται ο δεσμός της αγάπης. Γιατί με την θερμότητα της αγάπης του Θεού η ψυχή ξαναθερμαίνει τον εαυτό της στο καλό και γρήγορα ξαναφέρνει μέσα της την αγάπη του πλησίον με πολλή χαρά, ακόμη και αν έχει υβρισθεί ή ζημιωθεί υπερβολικά από αυτόν· και με τη γλυκύτητα του Θεού εξουδετερώνει την πικρία της φιλονεικίας.
16
No one can love God consciously in his heart unless he has first feared Him with all his heart. Through the action of fear the soul is purified and, as it were, made malleable and so it becomes awakened to the action of love. No one, however, can come to fear God completely in the way described, unless he first transcends all worldly cares; for when the intellect reaches a state of deep stillness and detachment, then the fear of God begins to trouble it, purifying it with full perception from all gross and cloddish density, and thereby bringing it to a great love for God's goodness. Thus the fear which characterizes those who are still being purified is accompanied by a moderate measure of love. But perfect love is found in those who have already been purified and in whom there is no longer any fear, for 'perfect love casts out fear' (1 John 4:18). Fear and love are found together only in the righteous who achieve virtue through the energy of the Holy Spirit in them. For this reason Holy Scripture says in one place: '0 fear the Lord, all you who are His saints' (Ps. 34:9), and in another: ‘0 love the Lord, all you who are His saints' (Ps. 31:23). From this we see clearly that the righteous, who are still in the process of being purified, are characterized both by fear and by a moderate measure of love; perfect love, on the other hand, is found only in those who have already been purified and in whom there is no longer any thought of fear, but rather a constant burning and binding of the soul to God through the energy of the Holy Spirit. As it is written, ‘My soul is bound to Thee: Thy right hand has upheld me' (Ps. 63:8. LXX).
Κανένας δεν μπορεί να αγαπήσει το Θεό με αίσθηση καρδιάς, αν πρωτύτερα δεν τον φοβηθεί με όλη του την καρδιά. Γιατί η ψυχή φτάνει σ’ αυτή την αγάπη αφού εξαγνιστεί και μαλακώσει, κατά κάποιο τρόπο, με την ενέργεια του φόβου. Δεν μπορεί όμως κανείς να φτάσει στο φόβο του Θεού, με τον τρόπο που είπαμε, αν δεν εγκαταλείψει κάθε φροντίδα του βίου. Γιατί όταν ο νους βρεθεί σε πολλή ησυχία και αμεριμνία, τότε τον ενοχλεί ο φόβος του Θεού και τον καθαρίζει από κάθε γήινο, για να τον φέρει σε μεγάλη αγάπη της αγαθότητας του Θεού. Ώστε ο φόβος ανήκει σ’ εκείνους που βρίσκονται στο στάδιο του καθαρισμού από την αμαρτία και έχουν μια μέτρια αγάπη. Η τέλεια όμως αγάπη ανήκει σ’ εκείνους που έχουν ήδη καθαριστεί, οι οποίοι δεν έχουν φόβο· γιατί η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο(Α΄ Ιω. 4, 18). Αλλά, και τα δύο —ο φόβος και η αγάπη— ανήκουν στους δικαίους μόνο, οι οποίοι με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος καλλιεργούν τις αρετές. Γι’ αυτό η Γραφή, αλλού λέει: «Φοβηθείτε τον Κύριο όλοι οι άγιοί Του»(Ψαλμ. 33, 10), κι αλλού λέει: «Αγαπήστε τον Κύριο όλοι οι όσιοί Του»(Ψαλμ. 30, 24)· για να μάθομε καλά ότι στους δικαίους που καθαρίζονται ακόμη, ανήκει ο φόβος του Θεού με μια μέτρια αγάπη, όπως είπαμε, ενώ η τέλεια αγάπη ανήκει σε όσους έχουν καθαριστεί. Σε αυτούς δεν υπάρχει ίχνος κανενός φόβου, αλλά ακατάπαυστη φλογερή αγάπη και προσκόλληση της ψυχής στο Θεό με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Προσκολλήθηκε η ψυχή μου σε Σένα και σε ακολουθεί· με κράτησε το δεξί Σου χέρι»(Ψαλμ. 62, 9).
17
If wounds in the body have been neglected and left unattended, they do not react to medicine when the doctors apply it to them; but if they have first been cleansed, then they respond to the action of the medicine and so are quickly healed. In the same way, if the soul is neglected and wholly covered with the leprosy of self-indulgence, it cannot experience the fear of God, however persistently it is warned of the terror and power of God's judgment. When, however, through great attentiveness the soul begins to be purified, it also begins to experience the fear of God as a life-giving medicine which, through the reproaches it arouses in the conscience, bums the soul in the fire of dispassion. After this the soul is gradually cleansed until it is completely purified; its love increases as its fear diminishes, until it attains perfect love, in which there is no fear but only the complete dispassion which is energized by the glory of God. So let us rejoice endlessly in our fear of God and in the love which is the fulfilling of the law of perfection in Christ (cf. Rom. 13:10).
Τα σωματικά τραύματα, όταν μείνουν απεριποίητα και σκληρυνθούν, δεν αισθάνονται τα φάρμακα των γιατρών, ενώ όταν καθαριστούν, επηρεάζονται από την ενέργεια του φαρμάκου και θεραπεύονται γρήγορα. Έτσι και η ψυχή, όσο δεν την επιμελείται κανείς και είναι ολόκληρη σκεπασμένη από τη λέπρα της φιληδονίας, δεν μπορεί να αισθανθεί το φόβο του Θεού, και αν ακόμη κανείς ακατάπαυστα της μιλάει για το φοβερό δικαστήριο του Θεού. Όταν όμως αρχίσει με τη μεγάλη προσοχή και επιμέλεια να καθαρίζεται, τότε αισθάνεται σαν ζωοποιό φάρμακο το φόβο του Θεού, ο οποίος την καίει με τους ελέγχους της συνειδήσεως στη φωτιά της απάθειας. Έτσι σιγά-σιγά καθαρίζεται ώσπου να φτάσει στην τέλεια κάθαρση. Και όσο λιγοστεύει ο φόβος, τόσο πληθαίνει η αγάπη της, μέχρις ότου φτάσει στην τέλεια αγάπη, όπου καθώς είπαμε δεν υπάρχει φόβος, αλλά απάθεια που κατορθώνεται όλη με τη δόξα του Θεού. Ας είναι λοιπόν σ’ εμάς παντοτινό καύχημα καυχημάτων, πρώτα ο φόβος του Θεού και έπειτα η αγάπη, η οποία είναι η ολοκλήρωση της τελειότητας που νομοθετεί ο Χριστός.
18
A person who is not detached from worldly cares can neither love God truly nor hate the devil as he should, for such cares are both a burden and a veil. His intellect cannot discern the tribunal which will judge him, neither can it foresee the verdict which will be given at his trial. For all these reasons, then, withdrawal from the world is invaluable.
Εκείνη η ψυχή που δεν έχει απαλλαχθεί από τις κοσμικές φροντίδες, ούτε το Θεό μπορεί να αγαπήσει πραγματικά, ούτε τον διάβολο να μισήσει όσο του αξίζει, γιατί έχει επάνω της τη μέριμνα του βίου που την κατασκεπάζει με το βάρος της. Γι’ αυτό ο νους δεν μπορεί να δικάσει με την κρίση του όσα οδηγούν στην αγάπη του Θεού ή στο μίσος του διαβόλου, ώστε να αποφασίσει χωρίς να πλανηθεί. Για τον καθένα λοιπόν είναι οπωσδήποτε χρήσιμη η αναχώρηση.
19
The qualities of a pure soul are intelligence devoid of envy, ambition free from malice, and unceasing love for the Lord of glory. When the soul has these qualities, then the intellect can accurately assess how it will be judged, seeing itself appear before the most faultless of tribunals.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της καθαρής ψυχής είναι λόγος χωρίς φθόνο, ζήλος χωρίς κακία και ακατάπαυστος έρωτας της δόξας του Θεού. Τότε και ο νους παραμένει μέσα στη διάνοιά του, που έχει γίνει σαν ένα ολοκάθαρο μέσο κρίσεως, και διευθετεί με ακρίβεια τις πλάστιγγές του.
20
Faith without works and works without faith will both alike be condemned, for he who has faith must offer to the Lord the faith which shows itself in actions. Our father Abraham would not have been counted righteous because of his faith had he not offered its fruit, his son (cf. Jas. 2:21; Rom. 4:3).
Πίστη χωρίς έργα και έργα χωρίς πίστη θ’ απορριφθούν εξίσου από το Θεό. Πρέπει ο πιστός να προσφέρει στον Κύριο πίστη που φανερώνεται με τα έργα. Ο πατέρας μας Αβραάμ δε θα δικαιωνόταν από την πίστη του(Ιακ. 2, 21), αν δεν πρόσφερε ως καρπό της στο Θεό το γιο του Ισαάκ(Γέν. 22, 1-19).
21
He who loves God both believes truly and performs the works of faith reverently. But he who only believes and does not love, lacks even the faith he thinks he has; for he believes merely with a certain superficiality of intellect and is not energized by the full force of love's glory. The chief part of virtue, then, is faith energized by love.
Εκείνος που αγαπά το Θεό, πιστεύει ειλικρινά και εκτελεί τα έργα της πίστεως μ’ ευσέβεια. Εκείνος όμως που πιστεύει μόνο, χωρίς να έχει αγάπη, και αυτή την πίστη που νομίζει ότι έχει, δεν την έχει. Η πίστη του είναι ελαφρή, γιατί δεν έχει το βάρος και τη δόξα της αγάπης. Άρα η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών είναι η πίστη που γίνεται πράξη με την αγάπη(Γαλ. 5, 6).
22
The deep waters of faith seem turbulent when we peer into them too curiously; but when contemplated in a spirit of simplicity, they are calm. The depths of faith are like the waters of Lethe, making us forget all evil; they will not reveal themselves to the scrutiny of meddlesome reasoning. Let us therefore sail these waters with simplicity of mind, and so reach the harbor of God's will.
Ο βυθός της πίστεως, όταν τον ερευνά κανείς με περιέργεια, αναταράζεται, ενώ όταν τον παρατηρεί κανείς με απλή και απονήρευτη διάθεση, μένει γαλήνιος. Και τούτο γιατί το βάθος της πίστεως μοιάζει με το νερό της λήθης, όπου λησμονούνται όλα τα κακά, και δεν επιτρέπει να το εξετάζει κανείς με περιέργεια. Ας πλέομε λοιπόν στο πέλαγος της πίστεως με απλότητα στη διάνοιά μας, για να μπορέσομε έτσι να φτάσομε στο λιμάνι του θελήματος του Θεού.
23
No one can either love truly or believe truly unless he has first brought accusation against himself. For so long as our conscience is troubled with self-reproach, the intellect is no longer able to sense the perfume of heavenly blessings, but at once becomes divided and ambivalent. Because of the experience it once enjoyed it reaches out fervently towards faith, but can no longer perceive faith in the heart through love because of the pricks of an accusing conscience. But when we have purified ourselves by closer attentive-ness, then with a fuller experience of God we shall attain what we desire.
Κανείς δεν μπορεί να αγαπά ή να πιστεύει ειλικρινά, αν δεν έχει κατήγορο τη συνείδησή του. Όταν η συνείδησή μας είναι ταραγμένη από τους ελέγχους της, τότε ο νους δεν αφήνεται να αισθανθεί την ευωδία των υπερκοσμίων αγαθών, αλλά πέφτει σε αμφιβολία και διχάζεται. Και έχει θερμή επιθυμία γι’ αυτά, λόγω της προηγούμενης εμπειρίας της πίστεως, αλλά δεν μπορεί να τα φτάσει με την αγάπη και με αίσθηση της καρδιάς, εξαιτίας των ελέγχων της συνειδήσεως. Εντούτοις, αφού καθαρίσομε τους εαυτούς μας με θερμότερη προσοχή, με τη βοήθεια του Θεού, θα επιτύχομε το ποθούμενο με μεγαλύτερη πείρα.
24
Just as the senses of the body impel us almost violently towards what attracts them, so the perceptive faculty of the intellect, once it tastes the divine goodness, leads us towards invisible blessings. Everything longs for what is akin to itself: the soul, since it is bodiless, desires heavenly goods, while the body, being dust, seeks earthly nourishment. So we shall surely come to experience immaterial perception if by our labors we refine our material nature.
Όπως οι αισθήσεις του σώματος μας παρακινούν με βίαιο τρόπο προς αυτά που μας φαίνονται καλά, έτσι και η αίσθηση του νου, όταν γευθεί τη θεία αγαθότητα, συνηθίζει να μας οδηγεί προς τα αόρατα αγαθά. Το καθένα από αυτά ορέγεται εκείνα με τα οποία συγγενεύει. Η ψυχή ως ασώματη επιθυμεί τα ουράνια αγαθά, ενώ το σώμα ως χώμα που είναι επιθυμεί την επίγεια απόλαυση. Λοιπόν, τότε θα δοκιμάσομε χωρίς πλάνη την άυλη αίσθηση, όταν μπορέσομε να λεπτύνομε την ύλη (το σώμα) με τους κόπους της ασκήσεως.
25
Divine knowledge, once it is awakened in us, teaches us that the perceptive faculty natural to our soul is single, but that it is split into two distinct modes of operation as a result of Adam's disobedience. This single and simple perceptive faculty is implanted in the soul by the Holy Spirit; but no one can realize this singleness of perception except those who have willingly abandoned the delights of this corruptible life in the hope of enjoying those of eternity, and who have caused every appetite of the bodily senses to wither away through self-control. Only in such men does the intellect, because of its freedom from worldly care, act with its full vigor so that it is capable of perceiving ineffably the goodness of God. Then, according to the measure of its own progress, the intellect communicates its joy to the body too, rejoicing endlessly in the song of love and praise: ‘My heart has trusted in Him and I am helped; my flesh flowers again, and with all my being I will sing His praise’ (Ps. 28:7. LXX). The joy which then fills both soul and body is a true recalling of the life without corruption.
Η ενέργεια της θείας γνώσεως μας διδάσκει ότι μία φυσική αίσθηση υπάρχει στην ψυχή, αλλά λόγω της παρακοής του Αδάμ διαιρείται σε δύο ενέργειες. Επίσης ότι μία και απλή είναι η αίσθηση, η οποία δίνεται στην ψυχή από το Άγιο Πνεύμα. Αυτή την πνευματική αίσθηση κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει, παρά μόνον εκείνοι που ελευθερώνονται με χαρά από τα καλά του βίου, για την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, και με την εγκράτεια μαραίνουν κάθε όρεξη των σωματικών αισθήσεων. Μόνο σ’ αυτούς, λόγω της αμεριμνίας, ο νους κινείται μ’ ευρωστία και μπορεί να αισθάνεται, με τρόπο ανέκφραστο, την θεία αγαθότητα· και τότε, ανάλογα με την προκοπή του, ο νους μεταδίδει τη χαρά του και στο σώμα και αισθάνεται άπειρη αγαλλίαση καθώς δοξολογεί με αγάπη το Θεό. «Σ’ Αυτόν, λέει, έβαλε η καρδιά μου την ελπίδα της και βρήκα βοήθεια και ξαναβλάστησε η σάρκα μου· και με το θέλημά μου θα τον δοξολογήσω»(Ψαλμ. 27, 7). Η χαρά που έρχεται τότε στην ψυχή και στο σώμα είναι αλάνθαστη υπενθύμηση της αθάνατης ζωής.
26
Those pursuing the spiritual way must always keep the mind free from agitation in order that the intellect, as it discriminates among the thoughts that pass through the mind, may store in the treasuries of its memory those thoughts which are good and have been sent by God, while casting out those which are evil and come from the devil. When the sea is calm, fishermen can scan its depths and therefore hardly any creature moving in the water escapes their notice. But when the sea is disturbed by the winds, it hides beneath its turbid and agitated waves what it was happy to reveal when it was smiling and calm; and then the fishermen's skill and cunning prove vain. The same thing happens with the contemplative power of the intellect, especially when it is unjust anger which disturbs the depths of the soul.
Oι αγωνιζόμενοι πρέπει να διατηρούν πάντοτε ατάραχη τη διάνοιά τους, για να μπορεί ο νους να διακρίνει τους λογισμούς που περνούν απ’ αυτόν και τους καλούς που τους στέλνει ο Θεός, να τους αποθηκεύει στα ταμεία της μνήμης, ενώ τους κακούς και δαιμονικούς να τους απορρίπτει. Όταν η θάλασσα έχει γαλήνη, οι ψαράδες διακρίνουν τι κινείται ως κάτω στο βυθό και σχεδόν τίποτε δεν τους διαφεύγει από τις κινήσεις των ψαριών. Όταν όμως ταράζεται από τους ανέμους, κρύβει εξαιτίας της ταραχής όσα αφήνει να φαίνονται τον καιρό της γαλήνης· και βλέπομε τότε ανίσχυρη την τέχνη των ψαράδων. Το ίδιο συμβαίνει και με το νου που ασχολείται σε θείες θεωρίες, και μάλιστα όταν ταράζεται το βάθος της ψυχής από την άδικη οργή.
27
Very few men can accurately recognize all their own faults; indeed, only those can do this whose intellect is never torn away from the remembrance of God. Our bodily eyes, when healthy, can see everything, even gnats and mosquitoes flying about in the air; but when they are clouded by some discharge, they see large objects only indistinctly and small things not at all. Similarly if the soul, through attentiveness, reduces the blindness caused by the love of this world, it will consider its slightest faults to be very grave and will continually shed tears with deep thankfulness. For it is written, 'The righteous shall give thanks unto Thy name' (Ps. 140:13). But if the soul persists in its worldly disposition, even though it commits a murder or some other act deserving severe punishment, it takes little notice; and it is quite unable to discern its other faults, often considering them to be signs of progress, and in its wretchedness it is not ashamed to defend them heatedly.
Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν με ακρίβεια και διακρίνουν τα σφάλματά τους και των οποίων ο νους ποτέ δεν απομακρύνεται από τη μνήμη του Θεού. Τα μάτια μας, όταν έχουν την υγεία τους, μπορούν και βλέπουν τα πάντα, μέχρι και τα μικρά κουνούπια στον αέρα· ενώ αν χάσουν την υγεία και τη διαύγειά τους κι αρχίσουν να βλέπουν θολά, τότε αν είναι κάτι μεγάλο μπροστά τους το βλέπουν αμυδρά, και τα μικρά δεν τα βλέπουν διόλου. Έτσι και η ψυχή, αν θεραπεύσει με τη μεγάλη προσοχή την αναπηρία που έχει υποστεί λόγω της φιλοκοσμίας της, τότε και τα πιο μικρά σφάλματά της τα θεωρεί πολύ μεγάλα, και χύνει δάκρυα ακατάπαυστα με πολλή ευχαριστία. Γιατί λέει η Γραφή: «Οι δίκαιοι θα δοξολογήσουν το όνομά Σου»(Ψαλμ. 139, 14). Αν όμως η ψυχή εξακολουθεί να έχει το κοσμικό φρόνημα, τότε και φόνο αν διαπράξει, ή κανένα άλλο αμάρτημα άξιο μεγάλης τιμωρίας, μόλις το αισθάνεται· ενώ τα μικρά αμαρτήματα ουδέ καν τα αντιλαμβάνεται, αλλά και ως κατορθώματα πολλές φορές τα νομίζει και δεν ντρέπεται η άθλια να τα διηγείται με καύχημα.
28
Only the Holy Spirit can purify the intellect, for unless a greater power comes and overthrows the despoiler, what he has taken captive will never be set free (cf. Luke 11:21-22). In every way, therefore, and especially through peace of soul, we must make ourselves a dwelling-place for the Holy Spirit. Then we shall have the lamp of spiritual knowledge burning always within us; and when it is shining constantly in the inner shrine of the soul, not only will the intellect perceive all the dark and bitter attacks of the demons, but these attacks will be greatly weakened when exposed for what they are by that glorious and holy light. That is why the Apostle says: 'Do not quench the Spirit' (1 Thess. 5:19), meaning: 'Do not grieve the goodness of the Holy Spirit by wicked actions or wicked thoughts, lest you be deprived of this protecting light.' The Spirit, since He is eternal and life-creating, cannot be quenched; but if He is grieved - that is if He withdraws - He leaves the intellect without the light of spiritual knowledge, dark and full of gloom.
Μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να καθαρίσει το νου. Γιατί αν δεν μπει μέσα στο σπίτι ο δυνατός για να αφαιρέσει τα κλεμμένα και να δέσει τον κλέφτη(Λουκ. 11, 21-22), δεν ελευθερώνεται το λάφυρο. Πρέπει λοιπόν με κάθε τρόπο, και προπάντων με την ειρήνη της ψυχής, να αναπαύομε το Άγιο Πνεύμα, για να διατηρούμε το λυχνάρι της πνευματικής γνώσεως μέσα μας πάντοτε αναμμένο. Όταν αυτό αστράφτει ακατάπαυστα μέσα στα βάθη της ψυχής, τότε όχι μόνον είναι ολοφάνερες μέσα στο νου οι πικρές εκείνες και σκοτεινές προσβολές των δαιμόνων, αλλά και εξασθενούν υπερβολικά, επειδή ελέγχονται και φανερώνονται από το άγιο εκείνο και ένδοξο φως. Γι’ αυτό ο Απόστολος λέει: «Μη σβήνετε το Πνεύμα»(Α΄ Θεσ. 5, 19), αντί να πει: «Μη λυπείτε με κακά έργα ή κακούς λογισμούς την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, για να μη στερηθείτε το ακατανίκητο φως Του». Επειδή το Αιώνιο και Ζωοποιό Πνεύμα δεν σβήνεται, αλλά η λύπη Του, δηλαδή η αποστροφή Του, αφήνει τον νου του ανθρώπου σκυθρωπό και αφώτιστο από τη θεία γνώση.
29
The loving and Holy Spirit of God teaches us, as we have said, that the perceptive faculty natural to our soul is single; indeed, even the five bodily senses differ from each other only because of the body's varying needs. But this single faculty of perception is split because of the dislocation which, as a result of Adam's disobedience, takes place in the intellect through the modes in which the soul now operates. Thus one side of the soul is carried away by the passionate part in man, and we are then captivated by the good things of this life; but the other side of the soul frequently delights in the activity of the intellect and, as a result, when we practice self-restraint, the intellect longs to pursue heavenly beauty. If, therefore, we learn persistently to be detached from the good things of this world, we shall be able to unite the earthly appetite of the soul to its spiritual and intellectual aspiration, through the communion of the Holy Spirit who brings this about within us. For unless His divinity actively illumines the inner shrine of our heart, we shall not be able to taste God's goodness with the perceptive faculty undivided, that is, with unified aspiration.
Η φυσική αίσθηση της ψυχής, όπως είπα, είναι μια, ενώ οι αισθήσεις του σώματος είναι πέντε, ανάλογα με τις σωματικές μας ανάγκες, όπως μας διδάσκει το πανάγιο και φιλάνθρωπο Πνεύμα του Θεού. Αλλά και αυτή η μιά ψυχική αίσθηση διαιρείται ανάλογα με τις κινήσεις της ψυχής, λόγω του ολισθήματος του νου από την παρακοή των πρωτοπλάστων. Γι’ αυτό, από τη μια πλευρά η ψυχή ακολουθεί το εμπαθές μέρος της αισθήσεως· και τότε αισθανόμαστε ευχαρίστηση για τα καλά του βίου. Αλλά όταν είμαστε σώφρονες, η ψυχή θέλγεται πολλές φορές από τη λογική και νοερή κίνηση της αισθήσεως· και τότε ο νους μας επιθυμεί να τρέχει προς τα ουράνια κάλλη. Αν λοιπόν συνηθίσομε να καταφρονούμε τα καλά του κόσμου, θα μπορέσομε να ενώσομε τη γήινη όρεξη της ψυχής με τη λογική και νοερή της διάθεση, με τη βοήθεια που δίνει η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας. Γιατί αν η θεότητά Του δεν καταφωτίσει με τις ενέργειές Του τα βάθη της ψυχής μας, δεν θα μπορέσομε να γευθούμε με αδιαίρετη αίσθηση το αγαθό, δηλαδή με ολόκληρη την ψυχική διάθεση.
30
The perceptive faculty of the intellect consists in the power to discriminate accurately between the tastes of different realities. Our physical sense of taste, when we are healthy, leads us to distinguish unfailingly between good food and bad, so that we want what is good; similarly, our intellect, when it begins to act vigorously and with complete detachment, is capable of perceiving the wealth of God's grace and is never led astray by any illusion of grace which comes from the devil. Just as the body, when it tastes the delectable foods of this earth, knows by experience exactly what each thing is, so the intellect, when it has triumphed over the thoughts of the flesh, knows for certain when it is tasting the grace of the Holy Spirit; for it is written: 'Taste and see that the Lord is good' (Ps. 34:8). The intellect keeps fresh the memory of this taste through the energy of love, and so unerringly chooses what is best. As St Paul says: 'This is my prayer, that your love may grow more and more in knowledge and in all perception, so that you choose what is best' (Phil. 1:9-10).
Αίσθηση του νου είναι η ικανότητά του να διακρίνει με ακρίβεια όσα εξετάζει. Όταν έχομε υγιή την σωματική αίσθηση της γεύσεως, διακρίνομε χωρίς λάθος τα καλά από τα άνοστα φαγητά και ορεγόμαστε τα καλά. Έτσι και ο νους μας, όταν αρχίσει να κινείται υγιώς και χωρίς καμιά μέριμνα, τότε μπορεί να αισθάνεται πλουσιοπάροχα την θεϊκή παρηγοριά και να μην παρασύρεται ποτέ από δαιμονικές παρηγοριές. Το σώμα, όταν γεύεται γήινες νόστιμες τροφές, διατηρεί την εμπειρία της γεύσεως χωρίς να σφάλλει. Έτσι και ο νους όταν κατανικήσει το σαρκικό φρόνημα, μπορεί να γεύεται χωρίς κίνδυνο πλάνης την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει η Γραφή: «Γευθείτε και δείτε ότι ο Κύριος είναι αγαθός»(Ψαλμ. 33, 9)· και με την ενέργεια της αγάπης να έχει αλησμόνητη την ανάμνηση αυτής της γεύσεως, για να διακρίνει χωρίς λάθος όσα δοκιμάζει, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου: «Προσεύχομαι η αγάπη σας να περισσεύει όλο και περισσότερο με επίγνωση και με κάθε αίσθηση, για να διακρίνετε σωστά τα ωφέλιμα»(Φιλιπ. 1, 910).
31
When our intellect begins to perceive the grace of the Holy Spirit, then Satan, too, importunes the soul with a sense of deceptive sweetness in the quiet times of the night, when we fall into a light kind of sleep. If the intellect at that time cleaves fervently to the remembrance of the glorious and holy name of the Lord Jesus and uses it as a weapon against Satan's deception, he gives up this trick and for the future will attack the soul directly and personally. As a result the intellect clearly discerns the deception of the evil one and advances even further in the art of discrimination.
Όταν ο νους μας αρχίσει να αισθάνεται την παρηγοριά του Παναγίου Πνεύματος, τότε και ο σατανάς έρχεται μέσα στη νυκτερινή ησυχία, όταν κανείς έρθει σε ελαφρότατο ύπνο, και με κάποια αίσθηση που φαίνεται γλυκιά, παρηγορεί την ψυχή. Αν λοιπόν ο νους βρεθεί να κρατεί θερμά τη μνήμη του αγίου ονόματος του Κυρίου Ιησού και μεταχειρίζεται σαν όπλο το πανάγιο και ένδοξο αυτό όνομα, εγκαταλείπει ο πλάνος τη δολοπλοκία του, αλλά σηκώνει φανερό πόλεμο κατά της ψυχής. Από αυτό ο νους μαθαίνει με ακρίβεια την απάτη του πονηρού και αυξάνει περισσότερο την πείρα του στη διάκριση.
32
The experience of true grace comes to us when the body is awake or else on the point of falling asleep, while in fervent remembrance of God we are welded to His love. But the illusion of grace comes to us, as I have said, when we fall into a light sleep while our remembrance of God is half-hearted. True grace, since its source is God, gladdens us consciously and impels us towards love with great rapture of soul. The illusion of grace, on the other hand, tends to shake the soul with the winds of deceit; for when the intellect is strong in the remembrance of God, the devil tries to rob it of its experience of spiritual perception by taking advantage of the body's need for sleep. If the intellect at that time is remembering the Lord Jesus attentively, it easily destroys the enemy's seductive sweetness and advances joyfully to do battle with him, armed not only with grace but also with a second weapon, the confidence gained from its own experience.
Η παρηγοριά που δίνει το Άγιο Πνεύμα, έρχεται όταν το σώμα είναι ξύπνιο ή και όταν πρόκειται να παραδοθεί σε ελαφρό ύπνο, όταν κανείς με την θερμή μνήμη του Θεού, είναι σαν κολλημένος στην αγάπη Του. Η παρηγοριά όμως από τη σατανική πλάνη έρχεται όταν —καθώς είπα— ο αγωνιστής βρίσκεται σε λεπτό ύπνο, έχοντας μέτρια μνήμη του Θεού. Η πρώτη, επειδή προέρχεται από το Θεό, θέλει να παρηγορεί φανερά τους αγωνιστές της ευσέβειας με πολλή χαρά της ψυχής, αυξάνοντας την αγάπη. Η αντίθετη συνηθίζει να σπρώχνει την ψυχή προς την πλάνη και επιχειρεί με τον ύπνο του σώματος να απομακρύνει την αίσθηση του υγιούς νου από τη μνήμη του Θεού. Αν λοιπόν —όπως είπα— βρεθεί ο νους σε κατάσταση της συνεχούς μνήμης του Κυρίου Ιησού, διασκορπίζει τη φαινομενικά γλυκιά εκείνη αύρα του εχθρού και με χαρά προχωρεί στον εναντίον του πόλεμο, έχοντας ως όπλο, μαζί με την χάρη, και την πείρα που απέκτησε.
33
Sometimes the soul is kindled into love for God and, free from all fantasy and image, moves untroubled by doubt towards Him; and it draws, as it were, the body with it into the depths of that ineffable love. This may occur when the person is awake or else beginning to fall asleep under the influence of God's grace, in the way I have explained. At the same time, the soul is aware of nothing except what it is moving towards. When we experience things in this manner, we can be sure that it is the energy of the Holy Spirit within us. For when the soul is completely permeated with that ineffable sweetness, at that moment it can think of nothing else, since it rejoices with uninterrupted joy. But if at that moment the intellect conceives any doubt or unclean thought, and if this continues in spite of the fact that the intellect calls on the holy name -not now simply out of love for God, but in order to repel the evil one - then it should realize that the sweetness it experiences is an illusion of grace, coming from the deceiver with a counterfeit joy. Through this joy, amorphous and disordered, the devil tries to lead the soul into an adulterous union with himself. For when he sees the intellect unreservedly proud of its own experience of spiritual perception, he entices the soul by means of certain plausible illusions of grace, so that it is seduced by that dank and debilitating sweetness and fails to notice its intercourse with the deceiver. From all this we can distinguish between the Spirit of truth and the spirit of error. It is impossible, however, for someone consciously to taste the divine goodness or consciously to realize when he is experiencing the bitterness of the demons, unless he first knows with assurance that grace dwells in the depths of his intellect, while the wicked spirits cluster round only the outside of the heart. This is just what the demons do not want us to know, for fear that our intellect, once definitely aware of it, will arm itself against them with the remembrance of God.
Αν η ψυχή, χωρίς καμιά αμφιβολία ή φαντασία, ανάβει στην αγάπη του Θεού, παρασύροντας με κάποιο τρόπο και το σώμα στο βάθος της ανέκφραστης εκείνης θείας αγάπης, είτε αυτό είναι ξύπνιο, είτε όταν, με τον τρόπο που προείπα, έρχεται σε ύπνο όπου ενεργεί η θεία χάρη, και δεν σκέφτεται τίποτε άλλο παρά μόνον το αντικείμενο της αγάπης, δηλαδή το Θεό, ας γνωρίζει ότι η τέτοια αγάπη είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Καθώς ευφραίνεται ολόκληρη η ψυχή από την ανείπωτη εκείνη γλυκύτητα, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να σκεφτεί, γιατί χαίρεται με ανυποχώρητη χαρά. Αν όμως, μέσα σ’ αυτή την θεία ενέργεια, ο νους αισθανθεί και την παραμικρή αμφιβολία ή ακάθαρτη σκέψη, αν και κάνει χρήση του θείου Ονόματος για άμυνα και όχι μάλλον από αγάπη μόνο του Θεού, τότε πρέπει να εννοήσει ότι η παρηγοριά εκείνη προέρχεται από τον απατεώνα διάβολο και είναι χαρά επιφανειακή. Αυτή η χαρά είναι άγευστη και άτακτη και προξενείται από τον εχθρό που θέλει να νοθεύσει την ψυχή. Γιατί όταν δει το νου να καυχιέται για την πείρα της αισθήσεώς του, τότε, όπως προείπα, προκαλεί με αγαθοφανείς παρηγοριές την ψυχή. Έτσι αυτή παρασύρεται από την χαύνη και κάθυγρη εκείνη γλυκύτητα και δεν καταλαβαίνει την ένωση του πονηρού πνεύματος μαζί της. Από αυτό διακρίνομε το πνεύμα της αλήθειας από το πνεύμα της πλάνης. Είναι όμως αδύνατο να γευθεί κανείς με αίσθηση ψυχής τη θεία αγαθότητα ή να λάβει αισθητή πείρα της κακίας των δαιμόνων, αν δεν γνωρίσει με βεβαιότητα, ότι η χάρη έχει κατοικήσει στο βάθος του νου του, ενώ τα πονηρά πνεύματα βρίσκονται γύρω από τα μέλη της καρδιάς. Αυτό δε θέλουν ποτέ οι δαίμονες να το πιστεύουν οι άνθρωποι, για να μην οπλίζεται ο νους τους εναντίον τους με τη μνήμη του Θεού.
34
The natural love of the soul is one thing, and the love which comes to it from the Holy Spirit is another. The activity of the first depends on the assent of our will to our desire. For this reason it is easily taken over and perverted by evil spirits when we do not keep firmly to our chosen course. But the love which comes from the Holy Spirit so inflames the soul that all its parts cleave ineffably and with utter simplicity to the delight of its love and longing for the divine. The intellect then becomes pregnant through the energy of the Holy Spirit and overflows with a spring of love and joy.
Άλλη είναι η φυσική αγάπη που έχει η ψυχή και άλλη εκείνη που έρχεται σ’ αυτή με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Η πρώτη κινείται όταν θέλομε, ανάλογα με τη θέλησή μας, και γι’ αυτό εύκολα λεηλατείται από τα πονηρά πνεύματα, όταν δεν κρατάμε με τη βία την αγαπητική μας προαίρεση. Η άλλη όμως που γίνεται από το Άγιο Πνεύμα, διεγείρει τόσο πολύ την ψυχή προς την αγάπη του Θεού, ώστε όλα τα μέρη της ψυχής να προσκολλώνται με ανέκφραστο τρόπο στην αγαθότητα του θείου πόθου, με μια απέραντη απλότητα διαθέσεως. Γιατί τότε ο νους, γεμάτος από την πνευματική ενέργεια, σαν να κυοφορεί, αναβλύζει κάποια πηγή αγάπης και χαράς.
35
Just as a rough sea naturally subsides when oil is poured upon it, so the soul readily grows calm when anointed with the grace of the Holy Spirit. For it submits joyfully to the dispassionate and ineffable grace which overshadows it, in accordance with the Psalmist's words: 'My soul, be obedient to God' (Ps. 62:5. LXX). As a result, no matter how greatly it is provoked by the demons, the soul remains free from anger and is filled with the greatest joy. No man can enter or remain in such a state unless he sweetens his soul continually with the fear of God; for the fear of the Lord Jesus confers a measure of purity on those pursuing the spiritual way. 'The fear of the Lord is pure, and endures for ever' (Ps. 19:9. LXX).
Όπως η ταραγμένη θάλασσα γαληνεύει αν χύσομε λάδι, και νικιέται η τρικυμία από την παχύτητα του λαδιού, έτσι και η ψυχή μας, όταν λιπαίνεται από την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, αισθάνεται μια γλυκιά γαλήνη και δέχεται με χαρά την ήττα της από την απαθή εκείνη και ανέκφραστη αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος που την επισκιάζει, λέγοντας κατά τον προφήτη Δαβίδ: «Όμως, ψυχή μου, υποτάξου στο Θεό»(Ψαλμ. 61, 6). Τότε οσοιδήποτε πειρασμοί και αν σηκωθούν από τους πονηρούς δαίμονες εναντίον της ψυχής, αυτή μένει χωρίς οργή και γεμάτη από κάθε χαρά. Σ’ αυτή την κατάσταση έρχεται κανείς και παραμένει, όταν καταγλυκαίνει ακατάπαυστα την ψυχή του με τον φόβο του Θεού. Στους αγωνιζόμενους για τη σωτηρία, ο φόβος του Κυρίου Ιησού φέρνει ένα είδος αγνισμού. «Γιατί ο φόβος του Κυρίου —λέει η Γραφή— είναι αγνός και μένει σ’ όλους τους αιώνες»(Ψαλμ. 18, 10).
36
Let no one who hears us speak of the perceptive faculty of the intellect imagine that by this we mean that the glory of God appears to man visibly. We do indeed affirm that the soul, when pure, perceives God's grace, tasting it in some ineffable manner; but no invisible reality appears to it in a visible form, since now 'we walk by faith, not by sight', as St Paul says (2 Cor. 5:7) light or some fiery form should be seen by one pursuing the spiritual way, he should not on any account accept such a vision: it is an obvious deceit of the enemy. Many indeed have had this experience and, in their ignorance, have turned aside from the way of truth. We ourselves know, however, that so long as we dwell in this corruptible body, 'we are absent from the Lord' (2 Cor. 5:6) - that is to say, we know that we cannot see visibly either God Himself or any of His celestial wonders.
Όταν ακούει κανείς για αίσθηση του νου, να μη νομίζει ότι θα του φανερωθεί με ορατό τρόπο η δόξα του Θεού. Λέμε βέβαια, ότι όταν η ψυχή είναι καθαρή αισθάνεται τη θεία παρηγοριά και τη γεύεται κατά τρόπο ανέκφραστο· δεν φαίνεται όμως σ’ αυτή κανένα από τα αόρατα, επειδή, όπως λέει ο μακάριος Παύλος, στην παρούσα ζωή προχωρούμε με την πίστη, όχι με την όραση(Β΄ Κορ. 5, 6-7). Αν λοιπόν φανερωθεί σε κάποιον αγωνιστή φως ή κανένα σχήμα φωτεινό, να μην παραδεχτεί διόλου το δράμα αυτό. Αυτά είναι φανερή απάτη του πονηρού, τα οποία πολλοί τα παραδέχτηκαν από άγνοια και ξέφυγαν από το δρόμο της αλήθειας. Εμείς όμως γνωρίζομε ότι εφόσον μένομε στο φθαρτό σώμα μας, είμαστε μακριά από το Θεό, δηλαδή δεν είναι δυνατό να βλέπομε με τα μάτια μας ούτε Αυτόν, ούτε κανένα από τα επουράνια θαύματά Του.
37
The dreams which appear to the soul through God's love are unerring criteria of its health. Such dreams do not change from one shape to another; they do not shock our inward sense, resound with laughter or suddenly become threatening. But with great gentleness they approach the soul and fill it with spiritual gladness. As a result, even after the body has woken up, the soul longs to recapture the joy given to it by the dream. Demonic fantasies, however, are just the opposite: they do not keep the same shape or maintain a constant form for long. For what the demons do not possess as their chosen mode of life, but merely assume because of their inherent deceitfulness, is not able to satisfy them for very long. They shout and menace, often transforming themselves into soldiers and sometimes deafening the soul with their cries. But the intellect, when pure, recognizes them for what they are and awakes the body from its dreams. Sometimes it even feels joy at having been able to see through their tricks; indeed it often challenges them during the dream itself and thus provokes them to great anger. There are, however, times when even good dreams do not bring joy to the soul, but produce in it a sweet sadness and tears unaccompanied by grief. But this happens only to those who are far advanced in humility.
Τα όνειρα που φανερώνονται στην ψυχή λόγω της αγάπης του Θεού, είναι κατά κάποιο τρόπο αλάθητα τεκμήρια της υγείας της. Γι’ αυτό ούτε από το ένα σχήμα μεταβάλλονται σε άλλο, ούτε προκαλούν φόβο στην αίσθησή της, ούτε γελούν ή σκυθρωπιάζουν ξαφνικά, αλλά γεμάτα επιείκεια προσεγγίζουν την ψυχή και την γεμίζουν από πνευματική χαρά. Γι’ αυτό και όταν ξυπνήσει το σώμα, με μεγάλο πόθο η ψυχή ζητεί τη χαρά του ονείρου. Οι φαντασίες όμως των δαιμόνων είναι σε όλα αντίθετες· ούτε στο ίδιο σχήμα παραμένουν, ούτε η μορφή τους είναι ατάραχη για πολύ. Γιατί η γαλήνη που δεν την έχουν εξαιτίας της προαιρέσεώς τους, αλλά τη μιμούνται μόνο από διάθεση να πλανήσουν την ψυχή, δεν μπορεί να μείνει σ’ αυτούς για πολύ· αλλά λένε μεγάλα λόγια και πολλές απειλές και παίρνουν συχνά τη μορφή στρατιωτών και κάποτε ψάλλουν με κραυγές στην ψυχή. Από αυτά ο νους, όταν είναι καθαρός, αναγνωρίζει την παρουσία των δαιμόνων από τις φαντασίες και ξυπνά το σώμα· κάποτε και χαίρεται, γιατί μπόρεσε να εννοήσει την πανουργία τους. Γι’ αυτό και μέσα στο όνειρο πολλές φορές τους ελέγχει, οπότε και τους προκαλεί μεγάλη οργή. Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις όπου και τα αγαθά όνειρα δεν προξενούν χαρά στην ψυχή, αλλά φέρνουν μια γλυκιά λύπη και δάκρυα χωρίς πόνο. Αυτό συμβαίνει σ’ εκείνους που έχουν προκόψει σε πολλή ταπεινοφροσύνη.
38
We have now explained the distinction between good and bad dreams, as we ourselves heard it from those with experience. In our quest for purity, however, the safest rule is never to trust to anything that appears to us in our dreams. For dreams are generally nothing more than images reflecting our wandering thoughts, or else they are the mockery of demons. And if ever God in His goodness were to send us some vision and we were to refuse it, our beloved Lord Jesus would not be angry with us, for He would know we were acting in this way because of the tricks of the demons. Although the distinction between types of dreams established above is precise, it sometimes happens that when the soul has been sullied by an unperceived beguilement - something from which no one, it seems to me, is exempt - it loses its sense of accurate discrimination and mistakes bad dreams for good.
Εμείς είπαμε σχετικά με τη διάκριση των καλών και των κακών ονείρων, όπως ακούσαμε από εκείνους που έχουν πείρα. Κι ας μας είναι αρκετό και χρήσιμο για την αρετή, το να μη δίνομε ολότελα πίστη σε καμιά φαντασία. Γιατί τα όνειρα δεν είναι παρά αντίτυπα ανεξέλεγκτων λογισμών ή —όπως προείπα— και εμπαιγμοί των δαιμόνων. Όποτε και αν μας σταλεί καμιά φορά από την αγαθότητα του Θεού κανένα όραμα και δεν το παραδεχτούμε, δεν θα οργιστεί γι’ αυτό ο πολυπόθητος Κύριος Ιησούς εναντίον μας· γιατί γνωρίζει ότι αυτό το κάνομε από φόβο της πανουργίας των δαιμόνων. Αυτή η διάκριση που αναφέρθηκε προηγουμένως είναι ακριβής. Συμβαίνει όμως η ψυχή να μολυνθεί από μια ανεπαίσθητη αφορμή —κάτι από το οποίο νομίζω κανείς δεν εξαιρείται— και να χάσει την ακρίβεια της διαγνώσεως και τότε πιστεύει τα κακά όνειρα ως καλά.
39
As an illustration of what I mean, take the case of the servant whose master, returning at night after a long absence abroad, calls to him from outside his house. The servant categorically refuses to open the door to him, for he is afraid of being deceived by some similarity of voice, and so of betraying to someone else the goods his master has entrusted to him. Not only is his master in no way angry with him when day comes; but on the contrary he even praises him highly, because in his concern not to lose any of his master's goods he even suspected the sound of his master's voice to be a trick.
Ας πάρομε ως παράδειγμα του ζητήματος αυτού, ένα δούλο που τον κάλεσε από την αυλή του σπιτιού ο κύριός του μιά νύχτα ύστερα από μακρά απουσία· και ο δούλος αρνήθηκε τελείως να ανοίξει την πόρτα, από φόβο μήπως παραπλανηθεί από την ομοιότητα της φωνής και γίνει προδότης της περιουσίας του κυρίου του ανοίγοντας σε κάποιον άλλο. Όταν ξημέρωσε, όχι μόνο δεν οργίστηκε ο κύριος εναντίον του δούλου, αλλά και πολύ τον επαίνεσε, γιατί και την φωνή του ακόμη την νόμισε απατηλή, για να μη χαθεί τίποτε από τα πράγματά του.
40
You should not doubt that the intellect, when it begins to be strongly energized by the divine light, becomes so completely translucent that it sees its own light vividly. This takes place when the power of the soul gains control over the passions. But when St Paul says that 'Satan himself is transformed into an angel of light' (2 Cor. 11:14), he definitely teaches us that everything which appears to the intellect, whether as light or as fire, if it has a shape, is the product of the evil artifice of the enemy. So we should not embark on the ascetic life in the hope of seeing visions clothed with form or shape; for if we do, Satan will find it easy to lead our soul astray. Our one purpose must be to reach the point when we perceive the love of God fully and consciously in our heart - that is, 'with all your heart, and with all your soul . . . and with all your mind' (Luke 10:27). For the man who is energized by the grace of God to this point has already left this world, though still present in it.
Δεν πρέπει κανείς να αμφιβάλλει ότι, όταν ο νους αρχίσει να δέχεται συχνά την ενέργεια του θείου φωτός, γίνεται ολόκληρος διαφανής, ώστε ο ίδιος να βλέπει το φως του πλουσιοπάροχα. Αυτό συμβαίνει όταν η δύναμη της ψυχής κατανικήσει τα πάθη και κυριαρχήσει πάνω τους. Όμως κάθε σχήμα που φανερώνεται στο νου, είτε σαν φως, είτε σαν φωτιά, προέρχεται από την πανουργία του εχθρού, όπως μας διδάσκει φανερά ο θείος Παύλος, λέγοντας ότι ο διάβολος μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός(Β΄ Κορ. 11, 14). Δεν πρέπει λοιπόν με μια τέτοια ελπίδα οραμάτων να διεξάγει κανείς τον ασκητικό βίο, μην τυχόν βρει ο σατανάς έτοιμη την ψυχή και την παρασύρει. Μόνη επιδίωξή μας ας είναι να αγαπήσομε το Θεό με κάθε αίσθηση ψυχής και με κάθε εσωτερική πληροφορία —δηλαδή με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή και με όλη τη διάνοια(Ματθ. 22, 37). Γιατί εκείνος στον οποίο η χάρη του Θεού ενεργεί σ’ αυτό το βαθμό, παρόλο που ζει σ’ αυτόν τον κόσμο, όμως βρίσκεται μακριά από τον κόσμο.
41
It is well known that obedience is the chief among the initiatory virtues, for first it displaces presumption and then it engenders humility within us. Thus it becomes, for those who willingly embrace it, a door leading to the love of God. It was because he rejected humility that Adam fell into the lowest depths of Hades. It was because He loved humility that the Lord, in accordance with the divine purpose, was obedient to His Father even to the cross and death, although He was in no way inferior to the Father; and so through His own obedience He has freed mankind from the crime of disobedience and leads back to the blessedness of eternal life all who live in obedience. Thus humility should be the first concern of those who are fighting the presumption of the devil, for as we advance it will be a sure guide to all the paths of virtue.
Η υπακοή έχει αναγνωριστεί ότι είναι η πρώτη ανάμεσα στις εισαγωγικές αρετές. Γιατί καταργεί την οίηση, δηλ. τη μεγάλη ιδέα που έχει κανείς για τον εαυτό του, και γεννά την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό, σ’ εκείνους που την κρατούν με ευχαρίστηση γίνεται θύρα που οδηγεί στην αγάπη του Θεού. Επειδή αθέτησε την υπακοή ο Αδάμ, γλύστρησε στον Άδη. Αυτή την αρετή αγάπησε ο Κύριος και έγινε άνθρωπος οικονομώντας την δική μας σωτηρία. Μέχρι σταυρού και θανάτου υπάκουσε στον Πατέρα Του(Φιλιπ. 2, 6-8), αν και δεν ήταν διόλου κατώτερος από τη μεγαλοσύνη Εκείνου, για να καταργήσει το έγκλημα της ανθρώπινης παρακοής με τη δική Του υπακοή και να επαναφέρει στη μακάρια και αιώνια ζωή εκείνους που θα ζήσουν με υπακοή. Πρώτα λοιπόν για την υπακοή πρέπει να φροντίζουν εκείνοι που θέλουν να πολεμήσουν την οίηση του διαβόλου. Και αυτή με τον καιρό θα μας δείξει χωρίς λάθος όλους τους δρόμους των αρετών.
42
Self-control is common to all the virtues, and therefore whoever practices self-control must do so in all things. If any part, however small, of a man's body is removed, the whole man is disfigured; likewise, he who disregards one single virtue destroys unwittingly the whole harmonious order of self-control. It is therefore necessary to cultivate not only the bodily virtues, but also those which have the power to purify our inner man. What is the good of a man keeping the virginity of his body if he lets his soul commit adultery with the demon of disobedience? Or what is the good of a man controlling gluttony and his other bodily desires if he makes no effort to avoid vanity and self-esteem, and does not endure with patience even the slightest affliction? At the judgment what crown will he deserve, when a just reward is given only to those who have accomplished works of righteousness in a spirit of humility?
Η εγκράτεια είναι γενικό όνομα όλων των αρετών. Πρέπει λοιπόν εκείνος που εγκρατεύεται, δηλ. καλλιεργεί τις αρετές, να εγκρατεύεται σε όλα. Όταν αφαιρεθεί από τον άνθρωπο οιοδήποτε μέλος του, έστω και το ελάχιστο, τότε παραμορφώνεται ο άνθρωπος· έτσι και μιά μόνο αρετή αν παραμελήσει κανείς, καταστρέφει όλη την ομορφιά της εγκράτειας. Πρέπει λοιπόν να καλλιεργούμε όχι μόνο τις σωματικές αρετές, αλλά και εκείνες που μπορούν να καθαρίζουν τον εσωτερικό άνθρωπο. Ποιά η ωφέλεια σ’ εκείνον που διατήρησε το σώμα του παρθένο, αν μολύνεται από τον δαίμονα της παρακοής; Ή πώς θα στεφανωθεί εκείνος που απέχει από τη γαστριμαργία και από κάθε σωματική επιθυμία, αλλά δε φροντίζει να νικήσει την οίηση και τη φιλοδοξία, ούτε ανέχεται την παραμικρή θλίψη; Γιατί στη μέλλουσα κρίση θα δοθεί ως αντιστάθμισμα στη πλάστιγγα το φως της δικαιοσύνης σε όσους έπραξαν τα έργα της δικαιοσύνης με πνεύμα ταπεινώσεως.
43
Those pursuing the spiritual way should train themselves to hate all uncontrolled desires until this hatred becomes habitual. With regard to self-control in eating, -we must never feel loathing for any kind of food, for to do so is abominable and utterly demonic. It is emphatically not because any kind of food is bad in itself that we refrain from it. But by not eating too much or too richly we can to some extent keep in check the excitable parts of our body. In addition we can give to the poor what remains over, for this is the mark of sincere love.
Όσοι αγωνίζονται για τη σωτηρία τους, πρέπει να φροντίζουν τόσο πολύ να μισούν όλες τις παράλογες επιθυμίες, ώστε να αποκτήσουν τη συνήθεια αυτού του μίσους. Την εγκράτεια όμως των τροφών πρέπει να την ασκούν προσέχοντας ώστε να μη φτάσουν να σιχαθούν καμιά απ’ αυτές, γιατί κάτι τέτοιο είναι επικατάρατο και τελείως δαιμονικό. Δεν απέχομε από τις τροφές γιατί είναι κακές —μη γένοιτο· αλλά αποφεύγομε τις πολλές και απολαυστικές τροφές για να χαλιναγωγούμε τα μέλη της σάρκας που βρίσκονται σε έξαψη. Επίσης και για να μοιράζομε το περίσσευμα στους φτωχούς, κάτι που είναι γνώρισμα ειλικρινούς αγάπης.
44
It is in no way contrary to the principles of true knowledge to eat and drink from all that is set before you, giving thanks to God; for 'everything is very good' (cf. Gen. 1:31). But gladly to abstain from eating too pleasurably or too much shows greater discrimination and understanding. However, we shall not gladly detach ourselves from the pleasures of this life unless we have fully and consciously tasted the sweetness of God.
Το να τρώμε και να πίνομε απ’ όλα όσα μας παραθέτουν, ευχαριστώντας το Θεό, δεν είναι καθόλου αντίθετο με την πνευματική γνώση· γιατί όλα τα δημιουργήματα είναι πολύ καλά(Γέν. 1, 31). Το να απέχομε όμως ευχαρίστως από τα πολλά και ευχάριστα φαγητά, αυτό είναι δείγμα μεγαλύτερης πνευματικής διακρίσεως και γνώσεως. Αλλά δεν θα καταφρονήσομε ευχαρίστως τα ευχάριστα αυτού του κόσμου, αν με όλη μας την πνευματική αίσθηση και με πληροφορία καρδιάς δεν γευθούμε την γλυκύτητα του Θεού.
45
When heavy with over-eating, the body makes the intellect spiritless and sluggish; likewise, when weakened by excessive abstinence, the body makes the contemplative faculty of the soul dejected and disinclined to concentrate. We should therefore regulate our food according to the condition of the body, so that it is appropriately disciplined when in good health and adequately nourished when weak. The body of one pursuing the spiritual way must not be enfeebled; he must have enough strength for his labors, so that the soul may be suitably purified through bodily exertion as well.
Όταν το σώμα είναι βαρύ από πολλά φαγητά, κάνει το νου δειλό και δυσκίνητο· ενώ όταν ατονεί από την μεγάλη εγκράτεια, κάνει το θεωρητικό μέρος της ψυχής να γίνεται σκυθρωπό και να αποφεύγει τους λόγους. Πρέπει λοιπόν να κανονίζομε τις τροφές ανάλογα με την κατάσταση του σώματος, ώστε όταν είναι υγιές να χαλιναγωγείται όπως πρέπει, και όταν είναι άρρωστο να περιθάλπεται με μέτρο. Γιατί δεν πρέπει να ατονεί στο σώμα ο αγωνιστής, αλλά να έχει την απαραίτητη αντοχή για τον αγώνα, ώστε και οι σωματικοί κόποι να συμβάλλουν ανάλογα στην κάθαρση της ψυχής.
46
When, as a result of visits from some of our brethren or some strangers, we are fiercely attacked by thoughts of self-esteem, it is good to relax our normal regime to a certain extent. In this way the demon will be frustrated and driven out, regretting his attempt; moreover, we shall properly fulfill the rule of love, and by relaxing our usual practice we shall keep hidden the mystery of our self-control.
Όταν η κενοδοξία μάς φλογίζει πολύ να επιδειχτούμε, βρίσκοντας αφορμή την επίσκεψη αδελφών ή ξένων, καλό είναι κατά τον χρόνο αυτό να αφήνομε τη συνηθισμένη δίαιτά μας. Έτσι θα διώξομε το δαίμονα άπρακτο και θα τον κάνομε να πενθεί περισσότερο για την επίθεση, και άριστα θα εκπληρώσομε τον νόμο της αγάπης, και με τη συγκατάβαση δεν θα φανερώσομε το μυστικό της εγκράτειας.
47
Fasting, while of value in itself, is not something to boast of in front of God, for it is simply a tool for training those who desire self-restraint. The ascetic should not feel proud because he fasts; but with faith in God he should think only of reaching his goal. For no artist ever boasts that his accomplishment is simply due to his tools; but he waits for the work itself to give proof of his skill.
Η νηστεία είναι βέβαια αφορμή για καύχηση, αλλά όχι απέναντι στο Θεό. Είναι ένα εργαλείο που βοηθεί όσους θέλουν να αποκτήσουν σωφροσύνη. Δεν πρέπει λοιπόν οι αγωνιστές της ευσέβειας να έχουν μεγάλη ιδέα γι’ αυτήν, αλλά μόνο να περιμένουν με πίστη στο Θεό, την εκπλήρωση του σκοπού τους. Οι τεχνίτες δεν καυχιούνται για τα εργαλεία της τέχνης τους ποτέ, αλλά περιμένει ο καθένας το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του, για να δείξει με αυτό την ακρίβεια της τέχνης του.
48
When watered in due measure the earth yields a good, clean crop from the seed sown in it; but when it is soaked with torrential rain it bears nothing but thistles and thorns. Likewise, when we drink wine in due measure, the earth of the heart yields a clean crop from its natural seed and produces a fine harvest from what is sown in it by the Holy Spirit. But if it is soaked through excessive drinking, the thoughts, it bears will be nothing but thistles and thorns.
Όταν η γη ποτίζεται με μέτρο, αποδίδει το σπόρο πολλαπλάσιο, ενώ όταν δέχεται υπερβολική βροχή, φέρνει μόνον αγκάθια και τριβόλια. Έτσι και η γη της καρδιάς, αν μεταχειριζόμαστε με μέτρο το κρασί παράγει καθαρά τα φυσικά σπέρματά της, και όσα σπείρονται σ’ αυτήν από το Άγιο Πνεύμα τα παρουσιάζει θαλερά και πολύκαρπα. Αν όμως βραχεί πολύ από την πολυποσία, τότε όλοι οι λογισμοί της γίνονται αγκάθια και τριβόλια.
49
When our intellect is swimming in the waves of excessive drink, it not only regards with passion the images formed in it by the demons while we sleep, but also itself forms attractive appearances, treating its own fantasies as if they were women whom it ardently loved. For when the sexual organs are heated by wine, the intellect cannot avoid forming in itself pleasurable pictures reflecting our passion. So we must keep due measure and escape the harm that comes from excess. For when the intellect is not affected by the pleasure that seduces it to the picturing of sin, it remains completely free from fantasy and debility.
Όταν ο νους μας κολυμπά στο κύμα της πολυποσίας, όχι μόνο βλέπει εμπαθώς τις μορφές που του παρουσιάζουν στον ύπνο του οι δαίμονες, αλλά και ο ίδιος πλάθει ωραίες μορφές και με τη φαντασία του τις μεταχειρίζεται σαν ερωμένες του με πολύ πόθο. Γιατί όταν ζεσταίνονται από το κρασί τα συνουσιαστικά όργανα, κατ’ ανάγκην ο νους δημιουργεί μέσα του ηδονικές παραστάσεις του πάθους. Πρέπει λοιπόν να μεταχειριζόμαστε το μέτρο, για να αποφύγομε την βλάβη του πλεονασμού. Γιατί όταν ο νους δεν έχει την ηδονή να τον σύρει στη ζωγραφιά της αμαρτίας, τότε μένει ολόκληρος χωρίς φαντασία και, το καλύτερο, χωρίς σαρκική επιθυμία.
50
People, who wish to discipline the sexual organs should avoid drinking those artificial concoctions which are called 'aperitifs' - presumably because they open a way to the stomach for the vast meal which is to follow. Not only are they harmful to our bodies, but their fraudulent and artificial character greatly offends the conscience wherein God dwells. For what does wine lack that we should sap its healthy vigor by adulterating it with a variety of condiments?
Όλα τα φτιαχτά ποτά, τα οποία οι τεχνίτες αυτής της επινοήσεως τα ονομάζουν προπόματα (ορεκτικά), επειδή φαίνεται οδηγούν στην κοιλιά πλήθος φαγητών, δεν πρέπει να τα πίνουν εκείνοι που θέλουν να χαλιναγωγούν τα μέρη του σώματος που πυρώνονται. Γιατί αυτά τα ποτά όχι μόνον είναι επιβλαβή στα σώματα των αγωνιστών, αλλά και αυτή η παράλογη σύνθεσή τους επηρεάζει πολύ τη συνείδηση στην οποία ενεργεί ο Θεός. Τί είναι εκείνο που λείπει από το κρασί, ώστε να το ανακατώνομε με διάφορα γλυκαντικά και έτσι να εκθηλύνομε την ξηρότητά του;
51
Jesus Christ, our Lord and Teacher in this holy way of life, was offered vinegar to drink during His Passion by those executing the devil's orders, and thus He left us, it seems to me, a clear example for spiritual combat. Those struggling against sin should not, He says, indulge themselves in agreeable food and drink, but should patiently bear the bitterness of the warfare. Hyssop, too, must be added to the sponge of ignominy (cf. John 19:29), so that the pattern of our purification may conform perfectly to His example; for sharpness pertains to spiritual combat, just as purification does to being made perfect.
O Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο Διδάσκαλος της ιερής ασκητικής ζωής, κατά το πάθος Του ποτίστηκε με ξύδι από αυτούς που υπηρετούσαν στις διαβολικές διαταγές, για να μας αφήσει — όπως νομίζω— σαφές παράδειγμα για τους ιερούς ασκητικούς αγώνες. Λέει δηλαδή ότι δεν πρέπει να μεταχειρίζονται τα ευχάριστα φαγητά και ποτά όσοι αγωνίζονται κατά της αμαρτίας, αλλά μάλλον να υποφέρουν με καρτερία την πικρότητα της μάχης. Ας προσθέσομε και το ύσσωπο στο σφουγγάρι της ύβρεως(Ιω. 19, 29), για να εννοήσομε τελείως το σχήμα της καθάρσεώς μας. Γιατί η δριμύτητα που έχει το ξύδι χαρακτηρίζει τους πνευματικούς αγώνες, ενώ η καθαρτική ιδιότητα του υσσώπου(Ψαλμ. 50, 9) την τελείωση.
52
No one would maintain that it is strange or sinful to take baths, but to refrain from them out of self-control I regard as a sign of great restraint and determination. For then our body will not be debilitated by this self-indulgence in hot and steamy water; neither shall we be reminded of Adam's ignoble nakedness, and so have to cover ourselves with leaves as he did. All this is especially important for us, who have recently renounced the vileness of this fallen life, and ought to be acquiring the beauty of self-restraint through the purity of our body.
Το να πηγαίνομε στο λουτρό, δεν μπορεί κανείς να το πει αμαρτωλό ή παράλογο. Το να απέχει όμως κανείς απ’ αυτό για εγκράτεια, το θεωρώ δείγμα ανδρείας και πολλής σωφροσύνης. Γιατί ούτε χαλαρώνει το σώμα μας η ηδονική εκείνη υγρασία, ούτε ερχόμαστε στην ενθύμηση της άδοξης εκείνης γύμνιας του Αδάμ, για να φροντίσομε να σκεπάσομε για δεύτερη φορά την αισχύνη μας με φύλλα. Αυτό είναι πιο σημαντικό για μας, που πρόσφατα απαρνηθήκαμε την κακία του βίου και οφείλομε με την αγνότητα του σώματός μας να ενωθούμε με το κάλλος της σωφροσύνης.
53
There is nothing to prevent us from calling a doctor when we are ill. Since Providence has implanted remedies in nature, it has been possible for human experimentation to develop the art of medicine. All the same, we should not place our hope of healing in doctors, but in our true Savior and Doctor, Jesus Christ. I say this to those who practice self-control in monastic communities or towns, for because of their environment they cannot at all times maintain the active working of faith through love. Furthermore, they should not succumb to the conceit and temptation of the devil, which have led some of them publicly to boast that they have had no need of doctors for many years. If, on the other hand, someone is living as a hermit in more deserted places together with two or three like-minded brethren, whatever sufferings may befall him let him draw near in faith to the only Lord who can heal 'every kind of sickness and disease' (Matt. 4:23). For besides the Lord he has the desert itself to provide sufficient consolation in his illness. In such a person faith is always actively at work, and in addition he has no scope to display the fine quality of his patience before others, because he is protected by the desert. For 'the Lord settles the solitaries in a dwelling' (Ps. 68:6. LXX).
Τίποτε δεν εμποδίζει να καλούμε γιατρούς όταν αρρωστήσομε. Επειδή έμελλε κάποτε από την πείρα του ανθρώπου να δημιουργηθεί η ιατρική, γι’ αυτό προϋπήρχαν τα φάρμακα. Αλλά δεν πρέπει να έχομε σ’ αυτούς την ελπίδα της θεραπείας μας, αλλά στον αληθινό σωτήρα μας και γιατρό Ιησού Χριστό. Αυτά τα λέω για κείνους που ζουν σε κοινόβια ή ασκούνται στις πόλεις, επειδή εξαιτίας των περιστάσεων που τους συμβαίνουν δεν έχουν ακατάπαυστη την ενέργεια της πίστεως μέσω της αγάπης, αλλά και για να μη πέφτουν σε κενοδοξία και πειρασμό διαβόλου· γιατί μερικοί από αυτούς ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρούς. Αν όμως κανείς ζει τον αναχωρητικό βίο σε πιο ερημικά μέρη μαζί με δύο ή τρεις ομόφρονες αδελφούς, αυτός ας προσφέρει τον εαυτό του με πίστη μόνο στον Κύριο που θεραπεύει κάθε αρρώστια και κάθε αδιαθεσία(Ματθ. 4, 23), οποιαδήποτε ασθένεια και αν έχει. Γιατί έχει αρκετή παρηγοριά στις ασθένειες, μετά τον Κύριο, την ερημία. Γι’ αυτό και ουδέποτε του λείπει η ενέργεια της πίστεως, επειδή δεν έχει και που να δείξει την αρετή της υπομονής, διαθέτοντας την ερημιά σαν καλό παραπέτασμα από την κενοδοξία. Γι’ αυτό ο Κύριος «κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω»(Ψαλμ. 67, 7) (δηλ. τους μεμονωμένους και απροστάτευτους τους προστατεύει και τους εγκαθιστά σε σπίτι με ευτυχία).
54
When we become unduly distressed at falling ill, we should recognize that our soul is still the slave of bodily desires and so longs for physical health, not wishing to lose the good things of this life and even finding it a great hardship not to be able to enjoy them because of illness. If, however, the soul accepts thankfully the pains of illness, it is clear that it is not far from the realm of dispassion; as a result it even waits joyfully for death as the entry into a life that is more true.
Όταν δυσανασχετούμε για τις σωματικές ασθένειες που μας συμβαίνουν, πρέπει να γνωρίζομε ότι η ψυχή μας είναι ακόμη υποδουλωμένη στις επιθυμίες του σώματος. Γι’ αυτό και επειδή επιθυμεί την υλική καλοπέραση, ούτε να φύγει θέλει από τα καλά της ζωής, αλλά και στενοχώρια μεγάλη νομίζει το να μη μπορεί, όταν αρρωστήσει, να απολαμβάνει τα ωραία πράγματα του βίου. Αν όμως δέχεται ευχαρίστως τις στενοχώριες της αρρώστιας, τότε φανερώνεται ότι δεν είναι μακριά από τα σύνορα της απάθειας. Γι’ αυτό και τον θάνατο τότε τον περιμένει με χαρά, ως αφορμή αληθινής ζωής.
55
The soul will not desire to be separated from the body unless it becomes indifferent to the very air it breathes. All the bodily senses are opposed to faith, for they are concerned with the objects of this present world, while faith is concerned only with the blessings of the life to come. Thus one pursuing the spiritual way should never be too greatly preoccupied with beautifully branched or shady trees, pleasantly flowing springs, flowery meadows, fine houses or even visits to his family; neither should he recall any public honors that he happens to have been given. He should gratefully be content with bare necessities, regarding this present life as a road passing through an alien land, barren of all worldly attractions. For it is only by concentrating our mind in this way that we can keep to the road that leads back to eternity.
Η ψυχή δεν μπορεί να επιθυμήσει να χωριστεί από το σώμα, αν η διάθεσή της δεν γίνει ανεξάρτητη από τον αέρα αυτό (δηλ. το σώμα). Όλες οι αισθήσεις του σώματος είναι αντίθετες στην πίστη, επειδή αναφέρονται στα παρόντα· ενώ η πίστη υπόσχεται τη μεγαλοπρέπεια των μελλόντων αγαθών. Δεν πρέπει λοιπόν εκείνος που αγωνίζεται για τη σωτηρία του να νοσταλγεί ποτέ δένδρα φουντωμένα και σκιερά, ή πηγές με καλά τρεχούμενα νερά, ή λειβάδια με άνθη, ή ωραία σπίτια, ή και συγγενικές συναναστροφές, ούτε να θυμάται επιδείξεις σε γιορταστικές, αν τύχει, συγκεντρώσεις· αλλά να χρησιμοποιεί τα αναγκαία της ζωής με ευχαριστία και να νομίζει τον βίο σαν κάποιο αλλόκοτο δρόμο, που δεν διαθέτει καμιά σαρκική απόλαυση. Έτσι μόνον περιορίζοντας τη διάνοιά μας, θα την κατευθύνομε ολόκληρη στο δρόμο που οδηγεί στα αιώνια.
56
Eve is the first to teach us that sight, taste and the other senses, when used without moderation, distract the heart from its remembrance of God. So long as she did not look with longing at the forbidden tree, she was able to keep God's commandment carefully in mind; she was still covered by the wings of divine love and thus was ignorant of her own nakedness. But after she had looked at the tree with longing, touched it with ardent desire and then tasted its fruit with active sensuality, she at once felt drawn to physical intercourse and, being naked, she gave way to her passion. All her desire was now to enjoy what was immediately present to her senses, and through the pleasant appearance of the fruit she involved Adam in her fall. Thereafter it became hard for man's intellect to remember God or His commandments. We should therefore always be looking into the depths of our heart with continued remembrance of God, and should pass through this deceitful life like men who have lost their sight. It is the mark of true spiritual wisdom always to clip the wings of our love for visible appearances, and this is what Job, in his great experience, refers to when he says: 'If my heart has followed my eye . . .' (Job 31:7. LXX). To master ourselves in this way is evidence of the greatest self-control.
Η όραση και η γεύση διασκορπίζουν τη μνήμη της καρδιάς, όταν τις χρησιμοποιούμε υπέρμετρα. Παράδειγμα η Εύα. Εκείνη, όσο δεν έβλεπε το δένδρο της εντολής με ευχαρίστηση, θυμόταν με επιμέλεια τη θεϊκή διαταγή. Γι’ αυτό και σκεπαζόταν ακόμη με τα φτερά του θείου έρωτα και απ’ αυτό δεν γνώριζε την γυμνότητά της. Όταν όμως είδε με ευχαρίστηση το δένδρο και το άγγιξε με μεγάλη επιθυμία και έφαγε με κάποια μεγάλη ηδονή τον καρπό, ευθύς στράφηκε στη σωματική ένωση, γιατί ενώθηκε με το πάθος καθώς ήταν γυμνή. Έδωσε όλη την επιθυμία της στην απόλαυση των παρόντων και παρέσυρε με τον φαινομενικά ωραίο καρπό και τον Αδάμ στο δικό της φταίξιμο. Γι’ αυτό δύσκολα πλέον ο ανθρώπινος νους μπορεί να θυμάται το Θεό ή τις εντολές Του. Εμείς λοιπόν ας προσηλώνομε τον νου μας πάντοτε στο βάθος της καρδιάς μας, έχοντας ακατάπαυστη τη μνήμη του Θεού, και ας ζούμε σαν τυφλοί στον απατηλό και ψεύτικο αυτό βίο. Γιατί γνώρισμα πνευματικής φιλοσοφίας είναι το να διατηρούμε πάντοτε χωρίς φτερά τον έρωτα των ορατών. Αυτό διδάσκει και ο πολυπαθέστατος ‘Ιώβ λέγοντας: «Γνωρίζει ο Θεός ότι η καρδιά μου δεν ακολούθησε τα μάτια μου»(Ιώβ 31, 7). Πράγματι, αυτό είναι γνώρισμα πάρα πολύ μεγάλης εγκράτειας.
57
He who dwells continually within his own heart is detached from the attractions of this world, for he lives in the Spirit and cannot know the desires of the flesh. Such a man henceforward walks up and down within the fortress of the virtues which keep guard at all the gates of his purity. The assaults of the demons are now ineffective against him, even though the arrows of sensual desire reach as far as the doorways of his senses.
Εκείνος που διατρίβει πάντοτε μέσα στην καρδιά του, απομακρύνεται από όσα θεωρούνται ωραία στη ζωή. Γιατί καθώς ζει πνευματικά, δεν μπορεί να γνωρίζει τις επιθυμίες της σάρκας(Γαλ. 5, 16). Ο άνθρωπος αυτός περιφέρεται λοιπόν μέσα στο φρούριο των αρετών έχοντας τις ίδιες τις αρετές ως θυρωρούς που φυλάγουν την πόλη της αγνότητας. Γι’ αυτό μένουν άπρακτες οι εναντίον του μηχανές των δαιμόνων, ακόμη και αν φτάσουν μέχρι τις θύρες, δηλ. τις φυσικές αισθήσεις, τα βέλη του σαρκικού έρωτα.
58
When our soul begins to lose its appetite for earthly beauties, a spirit of listlessness is apt to steal into it. This prevents us from taking pleasure in study and teaching, and from feeling any strong desire for the blessings prepared for us in the life to come; it also leads us to disparage this transient life excessively, as not possessing anything of value. It even depreciates spiritual knowledge itself, either on the grounds that many others have already acquired it or because it cannot teach us anything perfect. To avoid this passion, which dejects and enervates us, we must confine the mind within very narrow limits, devoting ourselves solely to the remembrance of God. Only in this way will the intellect be able to regain its original fervor and escape this senseless dissipation.
Όταν η ψυχή αρχίσει να μην επιθυμεί τα ωραία της γης, τότε δημιουργείται σ’ αυτήν ένα πνεύμα ακηδίας, που δεν την αφήνει μήτε να υπηρετεί με ευχαρίστηση στη διακονία του λόγου, μήτε να έχει δυνατή επιθυμία των μελλόντων αγαθών. Αλλά και αυτή την πρόσκαιρη ζωή την παρουσιάζει τελείως άχρηστη, γιατί δεν μπορεί να έχει κανένα έργο που να είναι άξιο της αρετής. Και αυτήν ακόμη την πνευματική γνώση την εξευτελίζει με τον ισχυρισμό ότι έχει δοθεί και σε πολλούς άλλους ή ότι δεν μας υπόσχεται τίποτε τέλειο. Αυτό το πάθος που κάνει την ψυχή χλιαρή και νωθρή, θα το αποφύγομε αν περιορίσομε τη διάνοιά μας μέσα σε στενά όρια, ώστε να προσηλωνόμαστε στη μνήμη του Θεού. Μόνο με τον τρόπο αυτό ο νους θα επιστρέψει στην προηγούμενη θερμότητα και θα μπορέσει να απομακρυνθεί από την παράλογη αυτή αλλοίωση.
59
When we have blocked all its outlets by means of the remembrance of God, the intellect requires of us imperatively some task which will satisfy its need for activity. For the complete fulfillment of its purpose we should give it nothing but the prayer ‘Lord Jesus', 'No one', it is written, 'can say "Lord Jesus" except in the Holy Spirit' (1 Cor. 12:3). Let the intellect continually concentrate on these words within its inner shrine with such intensity that it is not turned aside to any mental images. Those who meditate unceasingly upon this glorious and holy name in the depths of their heart can sometimes see the light of their own intellect. For when the mind is closely concentrated upon this name, then we grow fully conscious that the name is burning up all the filth which covers the surface of the soul; for it is written: 'Our God is a consuming fire' (Deut. 4:24). Then the Lord awakens in the soul a great love for His glory; for when the intellect with fervor of heart maintains persistently its remembrance of the precious name, then that name implants in us a constant love for its goodness, since there is nothing now that stands in the way. This is the pearl of great price which a man can acquire by selling all that he has, and so experience the inexpressible joy of making it his own (cf. Matt. 13; 46).
Πάντως απαιτεί από μας ο νους, όταν του φράξομε με τη μνήμη του Θεού όλες τις διεξόδους, κάτι να του δώσομε να κάνει που να ικανοποιεί την ενεργητικότητά του. Πρέπει λοιπόν να του δίνομε μόνο το «Κύριε Ιησού» για την ολοκληρωτική εκπλήρωση του σκοπού μας. Γιατί κανείς δεν μπορεί να πει «Κύριος Ιησούς» χωρίς το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος(Α΄ Κορ. 12, 3). Πρέπει όμως ο νους να μελετά αδιάκοπα τα λόγια αυτά μέσα στα βάθη του, ώστε να μην ξεφεύγει σε διάφορες φαντασίες. Όσοι μελετούν ακατάπαυστα στο βάθος της καρδιάς τους το άγιο και ένδοξο τούτο όνομα, αυτοί μπορούν να βλέπουν κάποτε και το φως του νου τους. Και τούτο επειδή, όταν αυτό το άγιο όνομα κρατείται με πολλή επιμονή από τη διάνοια, κατακαίει όλη την ακαθαρσία που σκεπάζει την ψυχή· και αυτό η ψυχή το αισθάνεται έντονα, γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει(Δευτ. 4, 24). Και με αυτό ο Κύριος προσκαλεί την ψυχή σε μεγάλη αγάπη της δόξας Του. Γιατί όταν πολυκαιρίσει το ένδοξο και πολυπόθητο αυτό όνομα με τη μνήμη του νου στη θέρμη της καρδιάς, μας προξενεί οπωσδήποτε συνήθεια να αγαπούμε την αγαθότητά Του, χωρίς να υπάρχει πια κανένα εμπόδιο. Αυτό είναι το πολύτιμο μαργαριτάρι(Ματθ. 13, 46), το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει αφού πουλήσει όλη την περιουσία του, και για την εύρεση του οποίου να έχει μια ανέκφραστη χαρά.
60
Initiatory joy is one thing, the joy of perfection is another. The first is not exempt from fantasy, while the second has the strength of humility. Between the two joys comes a 'godly sorrow' (2 Cor. 7:10) and active tears; 'For in much wisdom is much knowledge; and he that increases knowledge increases sorrow' (Eccles. 1:18). The soul, then, is first summoned to the struggle by the initiatory joy and then rebuked and tested by the truth of the Holy Spirit, as regards both its past sins and the vain distractions in which it still indulges. For it is written: 'With rebukes Thou hast corrected man for iniquity, and made his soul waste away like a spider's web' (Ps. 39: n. LXX). In this manner the soul is tested by divine rebuke as in a furnace, and through fervent remembrance of God it actively experiences the joy exempt from fantasy.
Άλλη είναι η προκαταρκτική και άλλη η τέλεια χαρά. Η πρώτη δεν είναι αμέτοχη φαντασίας, ενώ η δεύτερη έχει τη δύναμη της ταπεινοφροσύνης. Ανάμεσα σ’ αυτές υπάρχει μια λύπη ανάμικτη με αγάπη του Θεού και δάκρυ χωρίς πόνο. Γιατί όπου υπάρχει πλήθος σοφίας, εκεί υπάρχει και πλήθος γνώσεως· κι εκείνος που λαμβάνει περισσότερη γνώση, προσθέτει αίσθημα πόνου(Εκκλ. 1, 18). Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει με την προκαταρκτική χαρά να κληθεί η ψυχή στους ασκητικούς και πνευματικούς αγώνες στην αρχή, και έπειτα να ελεγχθεί και να κριθεί από την αλήθεια του Αγίου Πνεύματος για όσα κακά έχει κάνει, ή και για όσα φαντασμένα ακόμη κάνει. Γιατί λέει η Γραφή: «Με ελέγχους για την ανομία του, διόρθωσες (Κύριε) τον άνθρωπο, και έλιωσες σαν αράχνη την ψυχή του»(Ψαλμ. 38, 12). Κι αφού η ψυχή δοκιμαστεί από το θείο έλεγχο, σαν να μπήκε σε ένα καμίνι, τότε θα δεχτεί την ενέργεια της χαράς χωρίς φαντασίες μέσα στη θερμή μνήμη του Θεού.
61
When the soul is disturbed by anger, confused by drunkenness, or sunk in deep depression, the intellect cannot hold fast to the remembrance of God no matter how hard we try to force it. Completely darkened by the violence of the passions, it loses totally the form of perception which is proper to it. Thus our desire that our intellect should keep the remembrance of God cannot make any impression, because the recollective faculty of our mind has been hardened by the rawness of the passions. But, on the other hand, when the soul has attained freedom from these passions, then, even though the intellect is momentarily deprived by forgetfulness of the object of its longing, it at once resumes its proper activity. The soul now has grace itself to share its meditation and to repeat with it the words 'Lord Jesus', just as a mother teaches her child to repeat with her the word 'father', instead of prattling in his usual way, until she has formed in him the habit of calling for his father even in his sleep. This is why the Apostle says: 'Likewise the Spirit also helps our infirmities; for we do not know what to pray for as we should, but the Spirit Himself makes intercession for us with cries that cannot be uttered' (Rom. 8:26). Since we are but children as regards perfection in the virtue of prayer, we have need of the Spirit's aid so that all our thoughts may be concentrated and gladdened by His inexpressible sweetness, and so that with all our being we may aspire to the remembrance and love of our God and Father. For, as St Paul says, it is in the Spirit that we pray when we are taught by Him to cry without ceasing to God the Father, 'Abba, Father' (Rom. 8:15).
Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου Ιησού, ακόμη και αν κανείς τον βιάζει. Γιατί όπως είναι σκοτισμένος από την σκληρότητα των παθών, χάνει την πνευματική του αίσθηση. Γι’ αυτό η επιθυμία της ευχής δεν έχει πού να τυπώσει τη σφραγίδα της, ώστε ο νους να διατηρεί αλησμόνητα τα λόγια της ευχής, επειδή η μνήμη της διάνοιας σκληραίνει από την ωμότητα των παθών. Αν όμως η ψυχή είναι ελεύθερη από αυτά τα πάθη, ακόμη και αν για λίγο λησμονήσει το ποθούμενο όνομα, αμέσως ο νους μεταχειρίζεται την ενεργητικότητά του και ξαναπιάνει γερά το πολυπόθητο εκείνο και σωτήριο θήραμα. Γιατί τότε η ψυχή έχει την ίδια τη θεία χάρη που μελετά και κράζει μαζί της το «Κύριε Ιησού», όπως μια μητέρα διδάσκει στο βρέφος της το όνομα «πατέρα» και το επαναλαμβάνει μαζί του μέχρις ότου το συνηθίσει να φωνάζει «πατέρα» ακόμη και όταν κοιμάται, αντί να λέει ο,τιδήποτε άλλο από αυτά που συνηθίζουν τα βρέφη. Γι’ αυτό ο Απόστολος λέει: «Έτσι και το Πνεύμα μάς βοηθεί και μας στηρίζει στην ασθένειά μας· γιατί δε γνωρίζομε τι να προσευχηθούμε όπως πρέπει, αλλά το ίδιο το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας και μας εμπνέει στεναγμούς που δεν εκφράζονται με λόγια»(Ρωμ. 8, 26). Επειδή εμείς είμαστε νήπια απέναντι στην τελειότητα της προσευχητικής αρετής, έχομε πάντοτε ανάγκη από τη βοήθεια του Πνεύματος, το οποίο με την ανέκφραστη γλυκύτητά Του συγκεντρώνει και γλυκαίνει όλους τους λογισμούς μας και μας κατευθύνει ώστε να κινηθούμε με ολόκληρη τη διάθεσή μας στη μνήμη και την αγάπη του Θεού και Πατέρα μας. Γι’ αυτό, όπως πάλι λέει ο θεσπέσιος Παύλος, με την παρακίνηση του Αγίου Πνεύματος, όταν Αυτό μας διδάσκει να ονομάζομε ακατάπαυστα το Θεό Πατέρα, λέμε: «Αββά, Πατέρα»(Ρωμ. 8, 15).
62
The incensive power usually troubles and confuses the soul more than any other passion, yet there are times when it greatly benefits the soul. For when with inward calm we direct it against blasphemers or other sinners in order to induce them to mend their ways or at least feel some shame, we make our soul more gentle. In this way we put ourselves completely in harmony with the purposes of God's justice and goodness. In addition, through becoming deeply angered by sin we often overcome weaknesses in our soul. Thus there is no doubt that if, when deeply depressed, we become indignant in spirit against the demon of corruption, this gives us the strength to despise even the presumptuousness of death. In order to make this clear, the Lord twice became indignant against death and troubled in spirit (cf. John 12:27, 13:21); and despite the fact that, untroubled, He could by a simple act of will do all that He wished, none the less when He restored Lazarus' soul to his body He was indignant and troubled in spirit (cf. John 11:33)- which seems to me to show that a controlled incensive power is a weapon implanted in our nature by God when He creates us. If Eve had used this weapon against the serpent, she would not have been impelled by sensual desire. In my view, then, the man who in a spirit of devotion makes controlled use of his incensive power will without doubt be judged more favorably than the man who, because of the inertness of his intellect, has never become incensed. The latter seems to have an inexperienced driver in charge of his emotions, while the former, always ready for action, drives the horses of virtue through the midst of the demonic host, guiding the four-horsed chariot of self-control in the fear of God. This chariot is called 'the chariot of Israel’ in the description of the taking up of the prophet Elijah (cf. 2 Kgs. 2:12); for God spoke clearly about the four cardinal virtues first of all to the Jews. This is precisely why Elijah ascended in a fiery chariot, guiding his own virtues as horses, when he was carried up by the Spirit in a gust of fire.
Ο θυμός, περισσότερο από τα άλλα πάθη, ταράζει και συγχύζει την ψυχή· κάποτε όμως και την ωφελεί πολύ. Γιατί όταν τον μεταχειριζόμαστε χωρίς ταραχή κατά των ασεβών ή ασελγών για να σωθούν ή να ντραπούν, τότε προσθέτομε πραότητα στην ψυχή μας, γιατί συμβαδίζομε με το σκοπό της δικαιοσύνης και της αγαθότητας του Θεού. Αλλά και το γυναικώδες φέρσιμο της ψυχής πολλές φορές το μετατρέπομε σε αρρενωπό, όταν οργιστούμε πολύ κατά της αμαρτίας. Και δεν πρέπει να αμφιβάλλομε ότι, όταν βρισκόμαστε σε πολλή αθυμία, αν αγανακτήσομε πνευματικά κατά του δαίμονα της φθοράς, υψωνόμαστε πάνω από την καύχηση του θανάτου. Για να μας διδάξει αυτό ο Κύριος, δύο φορές αγανάκτησε κατά του θανάτου και τάραξε τον εαυτό Του, αν και χωρίς ταραχή μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, και έτσι ανάστησε τον Λάζαρο(Ιω. 11, 33-38). Ώστε, νομίζω ότι ο φρόνιμος θυμός δόθηκε ως όπλο δικαιοσύνης στην ανθρώπινη φύση από τον δημιουργό Θεό. Αν η Εύα χρησιμοποιούσε αυτό το όπλο κατά του φιδιού, δεν θα νικιόταν από την εμπαθή εκείνη ηδονή. Γι’ αυτό, νομίζω ότι εκείνος που μεταχειρίζεται από ζήλο προς την ευσέβεια με σύνεση τον θυμό, θα βρεθεί οπωσδήποτε καλύτερος στη ζυγαριά των ανταποδόσεων από εκείνον που λόγω δυσκινησίας του νου δε θυμώνει ποτέ. Αυτός ο δεύτερος φαίνεται ότι έχει αγύμναστο τον ηνίοχο των ανθρωπίνων φρενών, ενώ ο πρώτος τρέχει πάντοτε στον αγώνα καθισμένος στα άλογα της αρετής και περνά ανάμεσα από τις δαιμονικές παρατάξεις, γυμνάζοντας το τέθριππο άρμα της εγκράτειας με φόβο Θεού. Αυτό το άρμα η Γραφή το ονομάζει «άρμα Ισραήλ»(Δ΄ Βασ. 2, 11) στην ανάληψη του θείου Ηλιού, επειδή στους Ιουδαίους πρώτους φαίνεται ότι μίλησε με διάφορους τρόπους ο Θεός για τις τέσσερις αρετές (φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη και ανδρεία). Γι’ αυτό και πάνω σε άρμα πυρός αναλήφθηκε ο μέγας αυτός μαθητής της σοφίας· καθώς νομίζω, χρησιμοποίησε φρόνιμα ως άλογα του άρματος τις αρετές του, καθώς τον άρπαξε το Πνεύμα στο φύσημα της πύρινης αύρας.
63
Whoever has participated in divine knowledge and tasted the sweetness of God should not defend himself in law, and still less prosecute, even though someone should go so far as to strip him of his clothes. The justice of the rulers of this world is in every way inferior to that of God or, rather, it is as nothing when compared with it. For what is the difference between the children of God and those of this world, if it is not that the justice of the latter appears imperfect when compared with that of the former, so that we call the one human and the other divine? Thus it was that our Lord Jesus, 'when He was reviled, did not revile in return; when He suffered. He did not threaten' (1 Pet. 2:23); He even kept silent when stripped of His clothes and, what is more, prayed to His Father for the salvation of those who were maltreating Him. The men of this world, however, never stop going to court unless, as sometimes happens, they are given out of court more than they are actually claiming, especially if they have already been receiving interest on the sum involved. In such cases, their justice often becomes the occasion for great injustice.
Εκείνος που έγινε μέτοχος αγίας γνώσεως και γεύθηκε την γλυκύτητα του Θεού, ούτε να δικάζει πρέπει ποτέ, ούτε δίκη να κινεί εναντίον κανενός, και αν ακόμη του αφαιρέσει κανείς αυτά τα ρούχα που φορεί. Γιατί η δικαιοσύνη των αρχόντων του κόσμου τούτου είναι πολύ κατώτερη από τη δικαιοσύνη του Θεού, ή μάλλον δεν είναι τίποτε απέναντι στη δικαιοσύνη του Θεού. Γιατί ποιά διαφορά υπάρχει ανάμεσα στα τέκνα του Θεού και στα τέκνα του κόσμου, αν όχι η δικαιοσύνη των τελευταίων να είναι ατελής σε σύγκριση με τη δικαιοσύνη των πρώτων; Και έτσι το πρώτο λέγεται ανθρώπινο δίκαιο, και το δεύτερο, θεία δικαιοσύνη. Έτσι και ο Κύριος Ιησούς, ούτε όταν τον κακολογούσαν απαντούσε με ύβρεις, ούτε όταν έπασχε απειλούσε(Α΄ Πέτρ. 2, 230, αλλά και την αφαίρεση των ενδυμάτων Του την υπέμενε σιωπηλός(Ματθ. 27, 28) και υπέφερε πόνους και οδύνες για χάρη της σωτηρίας μας(Ησ. 53, 4). Και το μεγαλύτερο, παρακαλούσε τον Πατέρα για χάρη εκείνων που τον κακοποιούσαν(Λουκ. 23, 34). Οι άνθρωποι όμως του κόσμου δεν παύουν να δικάζονται, αν δεν πάρουν από τους αντίδικους τα πράγματα που ζητούν, και κάποτε με το παραπάνω, παίρνοντας και τους τόκους πριν από το χρέος, ώστε το δίκαιό τους να γίνεται αρχή μεγάλης αδικίας.
64
I have heard certain pious men declare that, when people rob us of what we possess for our own support or for the relief of the poor, we should prosecute them, especially if the culprits are Christians; for, it is argued, not to prosecute might encourage crime in those who have wronged us. But this is simply a specious excuse for preferring one's possessions to one's self. For if I abandon prayer and cease to guard the door of my heart, and begin to bring cases against those who wrong me, frequenting the corridors of the courts, it is clear that I regard the goods which I claim as more important than my own salvation - more important even than the commandment of Christ. For how can I possibly follow the injunction: 'When someone takes away your goods, do not try to recover them' (Luke 6:30), unless I gladly endure their loss? Even if we do go to court and recover all we claim, we do not thereby free the criminal from his sin. Human tribunals cannot circumscribe the eternal justice of God, and the accused is punished only according to those laws under which his case is heard. It is therefore better to endure the lawlessness of those who wish to wrong us, and to pray for them, so that they may be released from their guilt through repentance, rather than through restoring what they have taken. Divine justice requires that we receive back not the objects of theft, but the thief himself, freed through repentance from sin.
Άκουσα μερικούς ευλαβείς να λένε ότι δεν πρέπει να επιτρέπομε στους τυχόντες να αρπάζουν εκείνα που έχομε για τον εαυτό μας ή για ανακούφιση των φτωχών, για να μη γινόμαστε με την ανεξικακία μας αφορμή αμαρτίας σ’ εκείνους που μας αδικούν, και μάλιστα αν είναι χριστιανοί. Αυτό όμως δεν είναι τίποτε άλλο, παρά να θέλομε τα πράγματά μας για τον εαυτό μας και μάλιστα με παράλογη πρόφαση. Γιατί αν εγκαταλείψω την προσευχή και την προσοχή της καρδιάς μου και αρχίσω να φιλονεικώ μ’ εκείνους που με αδικούν, σε λίγο θ’ αρχίσω να συχνάζω στα προαύλια των δικαστηρίων, και έτσι γίνεται φανερό ότι εκείνα που διεκδικώ, τα θεωρώ ανώτερα από τη σωτηρία μου, για να μην πω και από αυτή τη σωτήρια εντολή του Κυρίου. Γιατί πώς θα ακολουθήσω την ευαγγελική προσταγή, που διατάζει να μη ζητώ τα πράγματά μου από εκείνον που μου τα αφαιρεί(Λουκ. 6, 30), αν δεν υπομείνω με χαρά, κατά τον Απόστολο, τη διαρπαγή των υπαρχόντων μου(Εβρ. 10, 34); Ακόμη και αν πάρει κανείς πίσω με δίκη όσα του άρπαξαν, δεν ελευθερώνει τον πλεονέκτη από την αμαρτία, επειδή τα φθαρτά δικαστήρια δεν περιορίζουν το άφθαρτο δικαστήριο του Θεού. Γιατί ο αίτιος κάποιου κακού πρέπει να ικανοποιήσει εκείνους τους νόμους, με τους οποίους δικάζεται και απολογείται. Ώστε είναι καλό να υπομένομε τη βία εκείνων που μας αδικούν και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς ώστε με τη μετάνοια και όχι με την ανταπόδοση όσων μας άρπαξαν, να απαλλαγούν από την κατηγορία της πλεονεξίας. Γιατί αυτό θέλει η δικαιοσύνη του Θεού, αυτόν τον πλεονέκτη και όχι αυτό που άρπαξε να ελευθερώσομε από την αμαρτία με τη μετάνοια.
65
Once the spiritual way has become a reality for us, we shall End it proper and helpful to follow the Lord's commandment and sell all our possessions immediately, distributing the money we receive (cf. Matt. 19:21), rather than to neglect this injunction on the excuse that we wish always to be in a position to obey the commandments. In the first place, this will secure our complete detachment, and a poverty which is in consequence invulnerable and impervious to all lawlessness and litigation, since we no longer have the possessions which kindle the fire of crime in others. Then, more than all the other virtues, humility will warm and cherish us; in our nakedness she will give us rest in her bosom, like a mother who takes her child into her arms and warms it when, with childish simplicity, it has pulled off what it is wearing and thrown it away, innocently delighting more in nakedness than in pretty clothes. For it is written: 'The Lord preserves the little ones; I humbled myself and He saved me' (Ps. 116:6. LXX).
Είναι πρέπον και πολύ ωφέλιμο, όταν εννοήσομε βαθιά το δρόμο της ευσέβειας, αμέσως να πουλήσομε τα υπάρχοντά μας και τα χρήματα να τα μοιράσομε στους φτωχούς σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου(Ματθ. 19, 21), και όχι με την πρόφαση ότι θέλομε να κάνομε διαρκώς τις εντολές, να παρακούμε τη σωτήρια αυτή εντολή. Γιατί απ’ αυτό θα προέλθει σ’ εμάς η καλή αμεριμνία και η πενία που δεν την επιβουλεύεται κανένας, που βρίσκεται ανώτερη από κάθε αδικία και δίκη, καθώς δε θα έχομε πλέον υλικά αγαθά που ανάβουν την όρεξη των πλεονεκτών. Θα μας σκεπάσει τότε περισσότερο από τις άλλες αρετές η ταπεινοφροσύνη, και θα μας αναπαύσει γυμνούς από όλα στους κόλπους της, όπως η μητέρα περιθάλπει στην αγκαλιά της το παιδάκι της, όταν λόγω της νηπιακής απλότητάς του ξεντυθεί και πετάξει μακριά τα ρούχα του, καθώς από την πολλή ακακία του ευχαριστιέται πιο πολύ να είναι γυμνό, παρά ντυμένο με ποικίλα φορέματα. Γιατί λέει η Γραφή: «Ο Κύριος φυλάγει τα νήπια· έγινα ταπεινός και με έσωσε»(Ψαλμ. 114, 6).
66
The Lord will demand from us an account of our help to the needy according to what we have and not according to what we have not (cf. 2 Cor. 8:12). If, then, from fear of God I distribute in a short space of time what I might have given away over many years, on what grounds can I be accused, seeing that I now have nothing? On the other hand, it might be argued: 'Who now will give help to the needy that depend on regular gifts out of my modest means?' A person who argues in this way must learn not to insult God because of his own love of money. God will not fail to provide for His own creation as He has done from the beginning; for before this or that person was prompted to give help, the needy did not lack food or clothing. Understanding this, we should reject, in a spirit of true service, the senseless presumption which arises from wealth and we should hate our own desires - which is to hate our own soul (cf. Luke 14:26). Then, no longer possessing wealth which we enjoy distributing, we shall begin to feel our worthlessness intensely, because we find we cannot now perform any good works. Certainly, provided there is some good in us, we gladly obey the divine command and, as long as we are well off, we enjoy giving things away. But when we have exhausted everything an ill-defined gloom and a sense of abasement come over us, because we think we are doing nothing worthy of God's righteousness. In this deep abasement the soul returns to itself, so as to procure through the labor of prayer, through patience and humility what it can no longer acquire by the daily giving of help to the needy. For it is written: 'The poor and needy shall praise Thy name, 0 Lord' (Ps. 74:21. LXX). God is not prepared to grant the gift of theology to anyone who has not first prepared himself by giving away all his possessions for the glory of the Gospel; then in godly poverty he can proclaim the riches of the divine kingdom. This is made clear in the Psalm, for after the words '0 God, in Thy love Thou hast provided for the poor', it continues, 'The Lord shall give speech to those who proclaim the gospel with great power’ (Ps. 68:10-11. LXX).
Σύμφωνα με όσα έχομε θα μας ζητήσει δίχως άλλο ο Κύριος λόγο για την ελεημοσύνη, όχι με όσα δεν έχομε(Β΄ Κορ. 8, 12). Αν λοιπόν εκείνο που είχα να δώσω σε πολύν καιρό, το δαπανήσω μέσα σε λίγο για το φόβο του Θεού, για ποιό πράγμα τότε θα κατηγορηθώ, αφού δεν έχω τίποτε; Αλλά θα ρωτήσει κανείς, πώς θα ελεηθούν στο εξής εκείνοι οι φτωχοί που συνήθισαν να ελεούνται από εμάς; Ας μάθει αυτός που ρωτάει, να μην κατηγορεί το Θεό με την πρόφαση της φιλοχρηματίας του. Γιατί δεν θα σταματήσει ο Θεός να οικονομεί όπως πάντοτε το πλάσμα του· ούτε πριν δώσει ο ένας και ο άλλος ελεημοσύνη στους φτωχούς, αυτοί στερούνταν τροφή και σκεπάσματα. Καλό λοιπόν είναι, μόλις λάβομε τη βαθιά γνώση του θείου θελήματος, να απορρίψομε με καλή διαχείριση το ανόητο φρόνημα και καύχημα του πλούτου, αφού μισήσομε τις επιθυμίες μας, γιατί αυτό σημαίνει το να μισήσομε την ίδια μας την ψυχή(Λουκ. 14, 26). Έτσι δεν θα χαιρόμαστε ότι σκορπίζομε τα χρήματά μας, και θα ταπεινώσομε πάρα πολύ την ψυχή μας, ότι δεν κάνομε κανένα καλό. Επειδή όσο έχομε χρήματα, χαιρόμαστε υπερβολικά (αν μας κινεί αγαθή διάθεση) όταν τα διασκορπίζομε, πιστεύοντας ότι υπηρετούμε με ιλαρότητα το θείο θέλημα. Όταν όμως εξαντλήσομε τα χρήματα, τότε μας έρχεται πολύ μεγάλη λύπη και ταπείνωση, γιατί δεν εκτελούμε καμιά πράξη αρετής. Από αυτό λοιπόν, επιστρέφει στον εαυτό της η ψυχή με πολλή ταπείνωση, και εκείνο που δεν μπορεί να αποκτά κάθε ημέρα με την ελεημοσύνη, το αποκτά με την κοπιαστική προσευχή, την υπομονή και την ταπεινοφροσύνη. Γιατί λέει η Γραφή: «Ο φτωχός και ο άπορος θα δοξάσουν Κύριε το όνομά Σου»(Ψαλμ. 73, 21). Ούτε και το χάρισμα της θεολογίας δίνεται από το Θεό, αν δεν απορρίψει κανείς από πάνω του όλα τα υπάρχοντά του για χάρη της δόξας του Ευαγγελίου του Θεού, για να αναγγέλλει με τη φτώχεια που αγαπά ο Θεός, τον πλούτο της βασιλείας του Θεού. Αυτά ακριβώς εννοεί ο Δαβίδ, που είπε: «Έχεις ετοιμάσει για τον φτωχό με την αγαθότητά Σου, Θεέ μου»· και συμπλήρωσε: «Ο Κύριος θα δώσει λόγο σε όσους ευαγγελίζονται με δύναμη πολλή»(Ψαλμ. 67, 11-12).
67
All God's gifts of grace are flawless and the source of everything good; but the gift which inflames our heart and moves it to the love of His goodness more than any other is theology. It is the early offspring of God's grace and bestows on the soul the greatest gifts. First of all, it leads us gladly to disregard all love of this life, since in the place of perishable desires we possess inexpressible riches, the oracles of God. Then it embraces our intellect with the light of a transforming fire, and so makes it a partner of the angels in their liturgy. Therefore, when we have been made ready, we begin to long sincerely for this gift of contemplative vision, for it is full of beauty, frees us from every worldly care, and nourishes the intellect with divine truth in the radiance of inexpressible light. In brief, it is the gift which, through the help of the holy prophets, unites the deiform soul with God in unbreakable communion. So, among men as among angels, divine theology — like one who conducts the wedding feast - brings into harmony the voices of those who praise God's majesty.
Όλα τα χαρίσματα του Θεού είναι πολύ καλά και ικανά να παρέχουν κάθε αγαθότητα. Κανένα όμως άλλο δεν ανάβει και δεν κινεί την καρδιά στην αγάπη της αγαθότητάς Του, όσο η θεολογία. Γιατί με το να είναι πρώιμο γέννημα της χάρης του Θεού, χαρίζει τα μεγαλύτερα δώρα στην ψυχή. Πρώτα μάς πείθει να καταφρονούμε με χαρά τη φιλία του κόσμου, επειδή έχομε αντί για φθαρτές επιθυμίες τον ανεκλάλητο πλούτο των λόγων του Θεού. Έπειτα φωτίζει το νου μας με την φωτιά της θείας αλλοιώσεως και έτσι τον κάνει να επικοινωνεί με τα λειτουργικά πνεύματα, τους αγγέλους. Όσοι λοιπόν έχομε προετοιμάσει γι’ αυτό τις ψυχές μας, ας ποθούμε ειλικρινά την αρετή της θεολογίας την ωραία, που θεωρεί τα πάντα, που προξενεί κάθε αμεριμνία, που τρέφει το νου με τα λόγια του Θεού μέσα στη λάμψη του ανέκφραστου φωτός, που έχει ενώσει —για να μην πολυλογώ— τη λογική ψυχή με το Θεό Λόγο σε μια ένωση αχώριστη, όπως είχαν εξαγγείλει οι άγιοι προφήτες. Και έτσι η θεολογία που οδηγεί τις ψυχές σαν νύμφες στο Θεό, εναρμονίζει και στους ανθρώπους —ω του θαύματος— φωνές που υμνούν το Θεό και ψάλλουν με δύναμη τα θαυμαστά έργα Του.
68
Our intellect often finds it hard to endure praying because of the straightness and concentration which this involves; but it joyfully turns to theology because of the broad and unhampered scope of divine speculation. Therefore, so as to keep the intellect from expressing itself too much in words or exalting itself unduly in its joy, we should spend most of our time in prayer, in singing psalms and reading the Holy Scriptures, yet without neglecting the speculations of wise men whose faith has been revealed in their writings. In this way we shall prevent the intellect from confusing its own utterances with the utterances of grace, and stop it from being led astray by selfesteem and dispersed through over-elation and loquacity. In the time of contemplation we must keep the intellect free of all fantasy and image, and so ensure that with almost all our thoughts we shed tears. When it is at peace in times of stillness, and above all when it is gladdened by the sweetness of prayer, not only does it escape the faults we have mentioned, but it is more and more renewed in its swift and effortless understanding of divine truth, and with great humility it advances in its knowledge of discrimination. There is, moreover, a prayer which is above even the broadest scope of speculation; but this prayer is granted only to those who fully and consciously perceive the plenitude of God's grace within them.
Ο νους μας τις πιο πολλές φορές στην προσευχή δυσανασχετεί, γιατί η αρετή της προσευχής του επιβάλλει να συγκεντρώνεται και να περιορίζεται πολύ· ενώ στη θεολογία με χαρά δίνει τον εαυτό του, επειδή είναι πλατιά και απεριόριστα τα αντικείμενα των θείων θεωριών. Για να μην του επιτρέπομε λοιπόν να θέλει να λέει πολλά ή να πετά υπέρμετρα με χαρά, ας ασχολούμαστε κυρίως με την προσευχή και την ψαλμωδία και την ανάγνωση των Γραφών. Αλλά να μην παραβλέπομε και τις διδασκαλίες των λόγιων ανδρών, των οποίων η πίστη φανερώνεται από τους λόγους τους. Με τον τρόπο αυτό θα εμποδίσομε το νου να αναμίξει δικά του λόγια μαζί με τα λόγια της χάρης, ή να πέσει σε κενοδοξία παρασυρμένος από την πολλή χαρά και πολυλογία. Αλλά και στον καιρό της θεωρίας θα τον προφυλάξομε από κάθε φαντασία και όλες σχεδόν τις σκέψεις του θα κάνομε να συνοδεύονται από δάκρυα. Γιατί όταν αναπαύεται κατά τον καιρό της ησυχίας και αισθάνεται γλυκύτητα, και μάλιστα από το γλυκασμό της ευχής, όχι μόνον ξεφεύγει τους κινδύνους που αναφέραμε, αλλά και ανανεώνεται περισσότερο στο να κινείται με δύναμη και χωρίς κόπο στις θείες θεωρίες· εκτός του ότι θα προοδεύει στη θεωρία της διακρίσεως με μεγάλη ταπείνωση. Πλην όμως πρέπει να γνωρίζομε ότι υπάρχει και προσευχή που ξεπερνά κάθε πλάτος· αυτή όμως είναι για κείνους μόνο που με κάθε πνευματική αίσθηση και εσωτερική πληροφορία είναι γεμάτοι από τη θεία χάρη.
69
At the start of the spiritual way, the soul usually has the conscious experience of being illumined with its own light through the action of grace. But, as it advances further in its struggle to attain theology, grace works its mysteries within the soul for the most part without its knowledge. Grace acts in these two ways so that it may first set us rejoicing on the path of contemplation, calling us from ignorance to spiritual knowledge, and so that in the midst of our struggle it may then keep this knowledge free from arrogance. On the one hand, we need to be somewhat saddened by feeling ourselves abandoned, so that we become more humble and submit to the glory of the Lord; on the other hand, we need to be gladdened at the right time through being lifted up by hope. For just as great sadness brings the soul to despair and loss of faith, so great joy incites it to presumption (I am speaking of those who are still beginners). Midway between illumination and abandonment lies the experience of trial, and midway between sadness and joy lies hope. This is why the Psalmist says: 'I waited patiently for the Lord; and He heard me' (Ps. 40: 1); and again: 'According to the multitude of the sufferings in my heart, Thy blessings have gladdened my soul' (Ps. 94:19. LXX).
Η χάρη στην αρχή συνηθίζει να καταλάμπει με το φως της την ψυχή με πολλή αίσθηση. Όσο όμως προχωρούν οι αγώνες, ενεργεί κυρίως με άγνωστο τρόπο τα μυστήριά της στην ψυχή που θεολογεί. Στην πρώτη περίπτωση ενεργεί έτσι, για να μας τοποθετήσει χαρούμενους πάνω στο δρόμο των θείων θεωριών, καθώς καλούμαστε από την άγνοια στη γνώση. Στο μέσο όμως των αγώνων θέλει να φυλάξει την πνευματική γνώση μας μακριά από την κενοδοξία. Πρέπει λοιπόν να λυπούμαστε με μέτρο σαν εγκαταλειμμένοι, ώστε να ταπεινωθούμε περισσότερο και να υποταχθούμε στη δόξα του Κυρίου, αλλά και να χαιρόμαστε όταν πρέπει, παίρνοντας φτερά από την αγαθή ελπίδα. Όπως η πολλή λύπη φέρνει την ψυχή σε απελπισία και απιστία, έτσι και η πολλή χαρά φέρνει σε οίηση την ψυχή· και λέω για κείνους που είναι ακόμη πνευματικά νήπιοι. Γιατί μεταξύ του φωτισμού και της εγκαταλείψεως είναι η πείρα, και μεταξύ της λύπης και της χαράς, η ελπίδα. Λέει η Γραφή: «Με πολλή υπομονή ανέμενα τον Κύριο και μου έδωσε την προσοχή Του»(Ψαλμ. 40, 1)· και πάλι: «Όσο το πλήθος των θλίψεών μου μέσα στην καρδιά μου, τόσες οι παρηγοριές Σου γέμισαν ευφροσύνη την ψυχή μου»(Ψαλμ. 93, 19).
70
When the door of the steam baths is continually left open, the heat inside rapidly escapes through it; likewise the soul, in its desire to say many things, dissipates its remembrance of God through the door of speech, even though everything it says may be good. Thereafter the intellect, though lacking appropriate ideas, pours out a welter of confused thoughts to anyone it meets, as it no longer has the Holy Spirit to keep its understanding free from fantasy. Ideas of value always shun verbosity, being foreign to confusion and fantasy. Timely silence, then, is precious, for it is nothing less than the mother of the wisest thoughts.
Όταν ανοίγονται συνεχώς οι πόρτες των λουτρών, βγαίνει γρήγορα η θερμότητα έξω. Έτσι και η ψυχή όταν θέλει να λέει πολλά, ακόμη και καλά, διασκορπίζει με τη φωνή της τη μνήμη του Θεού. Γι’ αυτό ο νους στερείται τις καίριες και ωφέλιμες σκέψεις και γίνεται ενοχλητικός μιλώντας στους τυχόντες για τους ανόητους λογισμούς του, καθώς δεν έχει πλέον το Άγιο Πνεύμα που διατηρεί την ψυχή χωρίς φαντασίες. Και τούτο, γιατί το Αγαθό Πνεύμα αποφεύγει την πολυλογία, επειδή είναι ξένο από κάθε ταραχή και φαντασία. Καλή λοιπόν είναι η σιωπή που γίνεται στον κατάλληλο καιρό, γιατί είναι μητέρα πολύ σοφών εννοιών.
71
Spiritual knowledge teaches us that, at the outset, the soul in pursuit of theology is troubled by many passions, above all by anger and hatred. This happens to it not so much because the demons are arousing these passions, as because it is making progress. So long as the soul is worldly-minded, it remains unmoved and untroubled however much it sees people trampling justice under foot. Preoccupied with its own desires, it pays no attention to the justice of God. When, however, because of its disdain for this world and its love for God, it begins to rise above its passions, it cannot bear, even in its dreams, to see justice set at naught. It becomes infuriated with evil-doers and remains angry until it sees the violators of justice forced to make amends. This, then, is why it hates the unjust and loves the just. The eye of the soul cannot be led astray when its veil, by which I mean the body, is refined to neartransparency through self-control. Nevertheless, it is much better to lament the insensitivity of the unjust than to hate them; for even should they deserve our hatred, it is senseless for a soul which loves God to be disturbed by hatred, since when hatred is present in the soul spiritual knowledge is paralyzed.
Πολλά πάθη ενοχλούν στην αρχή την ψυχή που θεολογεί. Έτσι μας διδάσκει ο ίδιος ο λόγος της πνευματικής γνώσεως. Περισσότερο από όλα, ο θυμός και το μίσος. Κι αυτό το παθαίνει όχι τόσο από τους δαίμονες που προκαλούν τα πάθη αυτά, όσο από τη δική της προκοπή. Ενόσω η ψυχή συμπαρασύρεται από το φρόνημα του κόσμου, και αν ακόμη δει το δίκαιο οπωσδήποτε να καταπατείται από κάποιους, μένει ασυγκίνητη και ατάραχη. Γιατί με το να φροντίζει για τις δικές της επιθυμίες, δεν νοιάζεται για τη δικαιοσύνη του Θεού. Όταν όμως αρχίσει να κυριαρχεί πάνω στα πάθη της, τόσο με την καταφρόνηση των παρόντων, όσο και με την αγάπη του Θεού, δεν υποφέρει ούτε στο όνειρό της να βλέπει να παραβιάζεται το δίκαιο, αλλά οργίζεται κατά των αδίκων και ταράζεται μέχρις ότου τους δει να επιστρέφουν και να αναγνωρίζουν την αδικία τους. Γι’ αυτό τους άδικους τους μισεί, ενώ τους δίκαιους τους υπεραγαπά. Γιατί, οπωσδήποτε το μάτι της ψυχής παύει πια να παρασύρεται, όταν το παραπέτασμά της, δηλ. το σώμα, φτάσει σε μεγάλη λεπτότητα με την εγκράτεια. Αλλά από το να μισεί κανείς τους άδικους, είναι πολύ καλύτερο να κλαίει την αναισθησία τους. Αν και είναι άξιοι μίσους οι άδικοι, αλλά η ευσέβεια θέλει, η ψυχή που αγαπά το Θεό, να μην ενοχλείται από μίσος. Γιατί όσο υπάρχει μίσος στην ψυχή, δεν ενεργεί σ’ αυτήν η πνευματική γνώση.
72
The theologian whose soul is gladdened and kindled by the oracles of God comes, when the time is ripe, to the realm of dispassion; for it is written: 'The oracles of the Lord are pure, as silver when tried in fire, and purged of earth' (Ps. 12:6. LXX). The Gnostic, for his part, rooted in his direct experience of spiritual knowledge, is established above the passions. The theologian, if he humbles himself, may also savor the experience of spiritual knowledge, while the Gnostic, if he acquires faultless discrimination, may by degrees attain the virtue of theological contemplation. These two gifts, theology and gnosis, never occur in all their fullness in the same person; but theologian and Gnostic each marvel at what the other enjoys to a greater degree, so that humility and desire for holiness increase in both of them. That is why the Apostle says: 'For to one is given by the Spirit the principle of wisdom; to another the principle of spiritual knowledge by the same Spirit' (1 Cor. 12:8).
Ο θεολόγος που ευφραίνεται και θερμαίνεται στην ψυχή από τα λόγια του Θεού, φτάνει με τον καιρό σε μεγάλα μέτρα απάθειας. Γιατί λέει η Γραφή: «Τα λόγια του Κυρίου είναι αγνά, είναι ασήμι που πυρακτώθηκε και δοκιμάστηκε σε κλίβανο»(Ψαλμ. 11, 7). Ενώ ο γνωστικός, αυτός δηλ. που έχει πνευματική γνώση, στηρίζεται στην πρακτική πείρα και κυριαρχεί στα πάθη. Γεύεται ωστόσο και ο θεολόγος, αν διαθέσει πιο ταπεινά τον εαυτό του, την γνωστική πείρα· αλλά και ο γνωστικός γεύεται και αυτός λίγο από την θεωρητική αρετή, αν διατηρεί καθαρό το διακριτικό μέρος της ψυχής, τη διάκριση. Γιατί και τα δύο χαρίσματα δεν συμβαίνει να βρίσκονται εξ ολοκλήρου στον καθένα, για να θαυμάζει ο καθένας τον άλλο για κείνο στο οποίο ο ίδιος είναι ελλιπής και να ταπεινοφρονούν με ζήλο για την αρετή. Γι’ αυτό και ο Απόστολος λέει: «Στον ένα δίνεται από το Πνεύμα λόγος σοφίας, και στον άλλο λόγος γνώσεως από το ίδιο Πνεύμα»(Α΄ Κορ. 12, 8).
73
When a person is in a state of natural well-being, he sings the psalms with a full voice and prefers to pray out loud. But when he is energized by the Holy Spirit, with gladness and completely at peace he sings and prays in the heart alone. The first condition is accom- panied by a delusory joy, the second by spiritual tears and, thereafter, by a delight that loves stillness. For the remembrance of God, keeping its fervor because the voice is restrained, enables the heart to have thoughts that bring tears and are peaceful. In this way, with tears we sow seeds of prayer in the earth of the heart, hoping to reap the harvest in joy (cf. Ps. 126:5). But when we are weighed down by deep despondency, we should for a while sing psalms out loud, raising our voice with joyful expectation until the thick mist is dissolved by the warmth of song.
Όταν η ψυχή βρίσκεται σε αφθονία των φυσικών της καρπών, τότε και την ψαλμωδία εκτελεί με μεγάλη φωνή και θέλει φωναχτά μάλλον να προσεύχεται. Όταν όμως δέχεται την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, τότε ψάλλει με άνεση και γλυκύτητα και προσεύχεται μόνο μέσα στην καρδιά. Στην πρώτη περίπτωση ακολουθεί μια φαντασμένη χαρά· στη δεύτερη περίπτωση ακολουθεί πνευματικό δάκρυ και κατόπιν μια ήρεμη και χαρούμενη ψυχική διάθεση. Επειδή με τη μέτρια φωνή, η μνήμη του Θεού μένει θερμή και προξενεί στην καρδιά έννοιες ήπιες και κατανυκτικές. Εκεί βλέπομε πράγματι το σπόρο της προσευχής να σπέρνεται με δάκρυα στη γη της καρδιάς με την ελπίδα της χαράς του θερισμού(Ψαλμ. 125, 6). Όταν ωστόσο μάς κατέχει πολλή βαρυθυμία, πρέπει λίγο δυνατότερα να ψάλλομε, ανακρούοντας τους φθόγγους της ψυχής με τη χαρά της ελπίδας, μέχρις ότου διαλυθεί το βαρύ αυτό σύννεφο με τους ανέμους της μελωδίας.
74
When the soul has reached self-understanding, it produces from within a certain feeling of warmth for God. When this warmth is not disturbed by worldly cares, it gives birth to a desire for peace which, so far as its strength allows, searches out the God of peace. But it is quickly robbed of this peace, either because our attention is distracted by the senses or because nature, on account of its basic insufficiency, soon exhausts itself. This was why the wise men of Greece could not possess as they should what they hoped to acquire through their self-control, for the eternal wisdom which is the fullness of truth was not at work within their intellect. On the other hand, the feeling of warmth which the Holy Spirit engenders in the heart is completely peaceful and enduring. It awakes in all parts of the soul a longing for God; its heat does not need to be fanned by anything outside the heart, but through the heart it makes the whole man rejoice with a boundless love. Thus, while recognizing the first kind of warmth, we should strive to attain the second; for although natural love is evidence that our nature is in a healthy state through selfcontrol, nevertheless such love lacks the power, which spiritual love possesses, to bring the intellect to the state of dispassion.
Όταν η ψυχή γνωρίσει καλά τον εαυτό της, τότε πηγάζει μια θερμότητα αγάπης του Θεού. Γιατί, επειδή δεν συγχύζεται από τις μέριμνες του βίου, γεννά μέσα της κάποιο θείο έρωτα για την ειρήνη, που ζητά τον Θεό της ειρήνης. Αλλά η διάθεση αυτή γρήγορα διασκορπίζεται, ή γιατί οι αισθήσεις παρασύρουν τη μνήμη του Θεού, ή επειδή η φύση εξαντλεί γρήγορα το δικό της αγαθό, λόγω πνευματικής πενίας. Γι’ αυτό και οι σοφοί των Ελλήνων, εκείνο που νόμιζαν ότι κατορθώνουν με την εγκράτεια, δεν το είχαν όπως έπρεπε, επειδή ο νους τους δεν δεχόταν την ενέργεια της παντοτινής και αληθινής σοφίας του Θεού. Η θέρμη όμως που προξενείται στην καρδιά από το Άγιο Πνεύμα, είναι ειρηνική και συνεχής και προσκαλεί όλα τα μέρη της ψυχής στον πόθο του Θεού. Ούτε ανεμίζεται έξω από την καρδιά, αλλά μέσω της καρδιάς ευφραίνει ολόκληρο τον άνθρωπο με απέραντη αγάπη και χαρά. Πρέπει λοιπόν, αφού κατανοήσομε την φυσική θέρμη της ψυχής μας, να φτάσομε σ’ αυτή τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος. Γιατί η φυσική αγάπη αποτελεί γνώρισμα της φύσεως που είναι υγιής λόγω της εγκράτειας· δεν μπορεί όμως αυτή να οδηγήσει το νου στην απάθεια, όπως η πνευματική αγάπη.
75
When the north wind blows over creation, the air around us remains pure because of this wind's subtle and clarifying nature; but when the south wind blows, the air becomes hazy because it is this wind's nature to produce mist and,, by virtue of its affinity with clouds, to bring them from its own regions to cover the earth. Likewise, when the soul is energized by the inspiration of the Holy Spirit, it is freed completely from the demonic mist; but when the wind of error blows fiercely upon it, it is completely filled with the clouds of sin. With all our strength, therefore, we should, try always to face towards the life-creating and purifying wind of the Holy Spirit - the wind which the prophet Ezekiel, in the light of spiritual knowledge, saw coming from the north (cf. Ezek. 1:4). Then the contemplative faculty of the soul will always remain clear, so that we devote ourselves unerringly to the contemplation of the divine, beholding the world of light in an air filled with light. For this is the light of true knowledge.
Ο αέρας που μας περιβάλλει, όταν φυσά στην κτίση ο βορριάς, είναι καθαρός, γιατί αυτός ο άνεμος έχει κάποια λεπτή φύση που προξενεί καθαρότητα· ενώ όταν φυσά ο νοτιάς, γίνεται κάπως πυκνός, επειδή η ομιχλώδης φύση αυτού του ανέμου συγκεντρώνει τα σύννεφα, με τα οποία συγγενεύει, και καλύπτει όλη τη γη. Έτσι και η ψυχή, όταν δέχεται την ενέργεια της πνοής του Αληθινού και Αγίου Πνεύματος, βρίσκεται έξω από την δαιμονική ομίχλη· ενώ όταν δέχεται το σφοδρό φύσημα του πνεύματος της πλάνης, σκεπάζεται ολόκληρη από τα σύννεφα της αμαρτίας. Πρέπει λοιπόν με όλη μας τη δύναμη να στρέφομε πάντοτε την πρόθεσή μας προς την καθαριστική και ζωοποιό αύρα του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή προς εκείνο το Πνεύμα που είδε να έρχεται από τον Βορρά με το φως της γνώσεως ο προφήτης Ιεζεκιήλ(Ιεζ. 1, 4). Έτσι θα μένει πάντοτε καθαρό το θεωρητικό κυρίως μέρος της ψυχής, ώστε να ασχοληθούμε χωρίς κίνδυνο πλάνης με τις θείες θεωρίες, βλέποντας τα σχετικά με το θείο φως μέσα σ’ ένα φωτεινό αέρα. Αυτό είναι το φως της αληθινής γνώσεως.
76
Some have imagined that both grace and sin - that is, the spirit of truth and the spirit of error - are hidden at the same time in the intellect of the baptized. As a result, they say, one of these two spirits urges the intellect to good, the other to evil. But from Holy Scripture and through the intellect's own insight I have come to understand things differently. Before holy baptism, grace encourages the soul towards good from the outside, while Satan lurks in its depths, trying to block all the intellect's ways of approach to the divine. But from the moment that we are reborn through baptism, the demon is outside, grace is within. Thus, whereas before baptism error ruled the soul, after baptism truth rules it. Nevertheless, even after baptism Satan still acts on the soul, often, indeed, to a greater degree than before. This is not because he is present in the soul together with grace; on the contrary, it is because he uses the body's humors to befog the intellect with the delight of mindless pleasures. God allows him to do this, so that a man, after passing through a trial of storm and fire, may come in the end to the full enjoyment of divine blessings. For it is written: 'We went through fire and water, and Thou hast brought us out into a place where the soul is refreshed' (Ps. 66.12. LXX).
Μερικοί νόμισαν ότι η χάρη και η αμαρτία μαζί, δηλαδή το Πνεύμα της αλήθειας και το πνεύμα της πλάνης, κρύβονται στο νου όσων βαπτίζονται. Γι’ αυτό λένε ότι το ένα προτρέπει το νου στα καλά, και το άλλο αμέσως στα αντίθετα. Εγώ όμως, από τις θείες Γραφές και από τη δική μου νοερή αίσθηση, κατάλαβα ότι πριν από το άγιο Βάπτισμα, από έξω η χάρη παρακινεί την ψυχή προς τα καλά, ενώ ο σατανάς είναι φωλιασμένος στα βάθη της ψυχής, προσπαθώντας να φράξει όλες τις διεξόδους προς το αγαθό. Από τη στιγμή του βαπτίσματος, ο διάβολος διώχνεται έξω και η χάρη μπαίνει μέσα στην ψυχή. Γι’ αυτό, όπως πριν από το Βάπτισμα κυριαρχούσε η πλάνη πάνω στην ψυχή, έτσι μετά κυριαρχεί η αλήθεια. Αλλά και μετά το Βάπτισμα ο σατανάς ενεργεί εναντίον της ψυχής όπως και πριν, και τις περισσότερες φορές και χειρότερα. Όχι όμως πως συνυπάρχει με τη χάρη —μη γένοιτο! αλλά θολώνει το νου με την γλυκύτητα των παράλογων ηδονών εξαιτίας της χαυνότητας του σώματος. Αυτό γίνεται κατά παραχώρηση του Θεού, με σκοπό, αφού περάσει ο άνθρωπος από την τρικυμία και τη φωτιά της δοκιμασίας, τότε να απολαύσει (αν θέλει) το αγαθό. Όπως λέει η Γραφή: «Περάσαμε μέσα από φωτιά και νερό, και μας έβγαλες σε τόπο αναψυχής»(Ψαλμ. 65, 12).
77
As we have said, from the instant we are baptized, grace is hidden in the depths of the intellect, concealing its presence even from the perception of the intellect itself. When someone begins, however, to love God with full resolve, then in a mysterious way, by means of intellectual perception, grace communicates something of its riches to his soul.-Then, if he really wants to hold fast to this discovery, he joyfully starts longing to be rid of all his temporal goods, so as to acquire the field in which he has found the hidden treasure of life (cf. Matt. 13:44). This is because, when someone rids himself of all worldly riches, he discovers the place where the grace of God is hidden. For as the soul advances, divine grace more and more reveals itself to the intellect. During this process, however, the Lord allows the soul to be pestered increasingly by demons. This is to teach it to discriminate correctly between good and evil, and to make it more humble through the deep shame it feels during its purification because of the way in which it is defiled by demonic thoughts.
Η χάρη, όπως είπα, από εκείνη την στιγμή που βαπτιζόμαστε, κρύβεται στο βάθος του νου, αλλά κρύβει την παρουσία της από την αίσθησή του. Όταν αρχίσει κανείς με όλη τη διάθεσή του να αγαπά το Θεό, τότε με κάποιο ανέκφραστο τρόπο, η χάρη μέσω της αισθήσεως του νου μεταδίδει στην ψυχή ένα μέρος των αγαθών της. Απ’ αυτό, εκείνος που θέλει με ασφάλεια να κρατήσει αυτό που βρήκε —τη χάρη—, επιθυμεί με μεγάλη χαρά να χάσει όλα τα υλικά αγαθά για να αποκτήσει πράγματι το χωράφι, όπου βρήκε τον κρυμμένο θησαυρό(Ματθ. 13, 44) της ζωής. Όταν αποχωριστεί κανείς από όλο τον πλούτο του βίου, τότε βρίσκει τον τόπο όπου είναι κρυμμένη η χάρη του Θεού, γιατί ανάλογα με την προκοπή της ψυχής, και το θείο δώρο φανερώνει στο νου την αγαθότητά του. Όμως τότε παραχωρεί ο Κύριος να πειράζεται η ψυχή περισσότερο από τους δαίμονες, για να την διδάσκει κατάλληλα τη διάκριση του καλού και του κακού και να την φέρνει σε μεγαλύτερη ταπείνωση, λόγω της μεγάλης αισχύνης που προκαλούν οι δαιμονικοί λογισμοί στην ψυχή, όταν αυτή είναι στο στάδιο της καθάρσεως.
78
We share in the image of God by virtue of .the intellectual activity of our soul; for the body is, as it were, the soul's dwelling-place. Now as a result of Adam's fall, not only were the lineaments of the form imprinted on the soul befouled, but our body also became subject to corruption. It was because of this that the holy Logos of God took flesh and, being God, He bestowed on us through His own baptism the water of salvation, so that we might be reborn. We are reborn through water by the action of the holy and life-creating Spirit, so that if we commit ourselves totally to God, we are immediately purified in soul and body by the Holy Spirit who now dwells in us and drives out sin. Since the form imprinted on the soul is single and simple, it is not possible, as some have thought, for two contrary powers to be present in the soul simultaneously. For when through holy baptism divine grace in its infinite love permeates the lineaments of God's image - thereby renewing in the soul the capacity for attaining the divine likeness - what place is there for the devil? For light has nothing in common with darkness (cf. 2 Cor. 6:14). We who are pursuing the spiritual way believe that the protean serpent is expelled from the shrine of the intellect through the waters of baptism; but we must not be surprised if after baptism we still have wicked as well as good thoughts. For although baptism removes from us the stain resulting from sin, it does not thereby heal the duality of our will immediately, neither does it prevent the demons from attacking us or speaking deceitful words to us. In this way we are led to take up the weapons of righteousness, and to preserve through the power of God what we could not keep safe through the efforts of our soul alone.
Είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού ως προς την νοερή κίνηση της ψυχής, ενώ το σώμα είναι σαν σπίτι της ψυχής. Με τη παράβαση του Αδάμ, όχι μόνο λερώθηκαν οι γραμμές της εικόνας που είχε η ψυχή, αλλά και το σώμα υπέπεσε στη φθορά. Γι’ αυτό ο άγιος Λόγος του Θεού σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και μας χάρισε το νερό του αγίου Βαπτίσματος, ως Θεός, για να αναγεννηθούμε. Η αναγέννηση αυτή γίνεται με το νερό με την ενέργεια του Αγίου και Ζωοποιού Πνεύματος· και αμέσως καθαριζόμαστε κατά την ψυχή και κατά το σώμα, αν βέβαια προσερχόμαστε στο Θεό με όλη μας τη διάθεση. Τότε το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα μας, ενώ η αμαρτία εξορίζεται από Αυτό. Γιατί δεν είναι δυνατό, αφού η ψυχή είναι μία και απλή κατά τον χαρακτήρα της, να βρίσκονται σ’ αυτήν δύο πρόσωπα, όπως νόμισαν μερικοί. Όταν η θεία χάρη προσαρμόζει τον εαυτό της με απέραντη στοργή στις γραμμές του «κατ’ εικόνα», ως προκαταβολή της ομοιώσεως με το Θεό, που μπορεί να χωρέσει το πρόσωπο του σατανά; Αφού μάλιστα δεν υπάρχει καμιά επικοινωνία του φωτός με το σκοτάδι(Β΄ Κορ. 6, 14). Εμείς λοιπόν που τρέχομε στους ιερούς αγώνες της αρετής, πιστεύομε ότι με το Βάπτισμα της αφθαρσίας εξορίζεται από τα βάθη του νου το πολύμορφο φίδι, ο σατανάς. Και ας μη θαυμάζομε, γιατί μετά το βάπτισμα σκεφτόμαστε πάλι κακά μαζί με τα καλά. Αυτό συμβαίνει επειδή το Βάπτισμα της αγιότητας αφαιρεί την ακαθαρσία της αμαρτίας, το διπλό όμως χαρακτήρα της θελήσεώς μας δεν τον αλλάζει από τώρα· ούτε και εμποδίζει τους δαίμονες να μας πολεμούν ή να μας ψιθυρίζουν απατηλά λόγια. Ώστε, εκείνα που δεν φυλάξαμε όταν ήμαστε ψυχικοί(Ιούδα 19), δηλ. χωρίς Πνεύμα Θεού, να τα τηρήσομε τώρα με τη δύναμη του Θεού και με τα όπλα της δικαιοσύνης(Β΄ Κορ. 6, 17) που λάβαμε στο Βάπτισμα.
79
Satan is expelled from the soul by holy baptism, but is permitted to act upon it through the body for. the reasons already mentioned. The grace of God, on the other hand, dwells in the very depths of the soul - that is to say, in the intellect. For it is written: 'All the glory of the king's daughter is within' (Ps. 45:13. LXX), and it is not perceptible to the demons. Thus, when we fervently remember God, we feel divine longing well up within us from the depths of our heart. The evil spirits invade and lurk in the bodily senses, acting through the compliancy of the flesh upon those still immature in soul. According to the Apostle, our intellect always delights in the laws of the Spirit (cf. Rom. 7:22), while the organs of the flesh allow themselves to be seduced by enticing pleasures. Furthermore, in those who are advancing in spiritual knowledge, grace brings an ineffable joy to their body through the perceptive faculty of the intellect. But the demons capture the soul by violence through the bodily senses, especially when they find us faint-hearted in pursuing the spiritual path. They are, indeed, murderers provoking the soul to what it does not want.
Ο σατανάς, όπως είπα, με το άγιο Βάπτισμα εκδιώκεται από την ψυχή. Του επιτρέπεται όμως, για τους λόγους που είπαμε, να πειράζει την ψυχή διά μέσου του σώματος. Η χάρη του Θεού κατοικεί σ’ αυτό το βάθος της ψυχής, δηλαδή στο νου, όπως λέει η Γραφή: «Όλη η δόξα της θυγατέρας του βασιλιά είναι μέσα της»(Ψαλμ. 44, 14), και δε φαίνεται στους δαίμονες· γι’ αυτό αισθανόμαστε μέσα απ’ αυτό το βάθος της καρδιάς μας να αναβλύζει ο θείος πόθος, όταν κρατούμε θερμή τη μνήμη του Θεού. Τα πονηρά πάλι πνεύματα πηδούν και φωλιάζουν έξω στις αισθήσεις του σώματος και ενεργούν στους ψυχικά νήπιους μέσω της αδυναμίας της σάρκας. Έτσι λοιπόν ο νους μας πάντοτε, κατά τον Απόστολο, ευχαριστείται πάρα πολύ με το νόμο του Πνεύματος(Ρωμ. 7, 22), ενώ τα αισθητήρια της σάρκας θέλουν να συμπαρασύρονται από τις ηδονές. Γι’ αυτό η χάρη σ’ εκείνους που προκόβουν στην πνευματική γνώση, ευφραίνει το σώμα τους μέσω της αισθήσεως του νου με ανέκφραστη αγαλλίαση. Οι φονικοί δαίμονες όμως αιχμαλωτίζουν βίαια την ψυχή με τις αισθήσεις του σώματος, ιδίως όταν μας βρουν να τρέχομε το δρόμο της ευσέβειας με αμέλεια, και την σύρουν σ’ εκείνα που δεν θέλει.
80
There are some who allege that the power of grace and the power of sin are present simultaneously in the hearts of the faithful; and to support this they quote the Evangelist who says: 'And the light shines in the darkness; and the darkness did not grasp it' (John 1:5). In this way they try to justify their view that the divine radiance is in no way defiled by its contact with the devil, no matter how close the divine light in the soul may be to the demonic darkness. But the very words of the Gospel, show that they have departed from the true meaning of Holy Scripture. When John the Theologian wrote in this way, he meant that the Logos of God chose to manifest the true light to creation through His own flesh, with great compassion kindling the light of His holy knowledge within us. But the mentality of this world did not grasp the will of God, that is, it did not understand it, since 'the will of the flesh is hostile to God' (Rom. 8:7). Indeed, shortly afterwards the Evangelist goes on to say: 'He was the true light, who illumines every man that comes into the world '- meaning by this that He guides every man and gives him life - and: 'He was in the world, and the world was made by Him, and the world did not know Him. He came to His own, and His own did not receive Him. But to those who received Him He gave power to become the sons of God, even to those who believe in His name' (John 1:9-12). Paul, too, interprets the words 'did not grasp it' when he says, 'Not as though I had already grasped it or were already perfect, but I press on in the hope of grasping it; for it was to this end that I have been grasped by Jesus Christ' (Phil. 3:12). Thus the Evangelist does not say it is Satan who has failed to grasp the true light. Satan was a stranger to it from the beginning, since it does not shine in him. Rather, the Evangelist is censuring men who hear of the powers and wonders of the Son of God, and yet in the darkness of their hearts refuse to draw near to the light of spiritual knowledge.
Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι το πρόσωπο της χάρης και το πρόσωπο της αμαρτίας βρίσκονται μαζί στις καρδιές των πιστών, θέλουν να στηρίξουν την υπόνοιά τους αυτή στο λόγο του ευαγγελιστή Ιωάννη: «Και το φως φέγγει μέσα στο σκοτάδι, και το σκοτάδι δεν κατέλαβε το φως»(Ιω. 1, 5). Λένε λοιπόν ότι η θεία λαμπρότητα δεν μολύνεται διόλου από την συνύπαρξη με τον πονηρό, όσο και αν το θείο φως πλησιάζει μέσα στην ψυχή το σκοτάδι του δαίμονα. Αλλά απ’ αυτό το ίδιο ευαγγελικό ρητό, ελέγχονται ότι βρίσκονται έξω από την αληθινή έννοια των Γραφών. Επειδή ο Λόγος του Θεού, το αληθινό φως, ευδόκησε να φανεί στον κόσμο με σάρκα και από απέραντη φιλανθρωπία άναψε μέσα μας το φως της αγίας γνώσεως, το φρόνημα όμως του κόσμου δεν εννόησε τη βουλή του Θεού —γιατί το φρόνημα της σάρκας είναι έχθρα προς το Θεό(Ρωμ. 8, 7). Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεολόγος έκανε αυτή τη διατύπωση. Και μετά από μερικά, ο θεσπέσιος προσθέτει: «Ήταν το φως το αληθινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», αντί να πει ότι οδηγεί και ζωοποιεί. «Ήταν μέσα στον κόσμο και ο κόσμος έγινε μέσω Αυτού, και όμως ο κόσμος δεν τον γνώρισε. Ήρθε στους δικούς Του και αυτοί δεν τον δέχτηκαν. Όσοι όμως τον δέχτηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού, όσοι πιστεύουν στο όνομά Του»(Ιω. 1, 9-12). Και ο σοφότατος Παύλος, ερμηνεύοντας το «δεν κατέλαβε»(Ιω. 1, 5), λέει: «Δεν λέω ότι ήδη το έλαβα ή ότι έχω ήδη γίνει τέλειος· αλλά αγωνίζομαι να καταλάβω επειδή με κατέλαβε ο Ιησούς Χριστός»(Φιλιπ. 3, 12). Ώστε ο Ευαγγελιστής δεν λέει ότι ο σατανάς δεν «κατέλαβε» το αληθινό φως, γιατί εξαρχής το φως τούτο ήταν ξένο στον σατανά, επειδή δεν φωτίζει σ’ αυτόν. Αλλά εννοεί τους ανθρώπους εκείνους που ενώ ακούν τις δυνάμεις και τα θαυμάσια του Υιού του Θεού, δεν θέλουν ωστόσο να προσεγγίσουν λόγω της σκοτισμένης καρδιάς τους στο φως της γνώσεώς Του, και με το λόγο του τους ντροπιάζει όπως τους αξίζει.
81
Spiritual knowledge teaches us that there are two kinds of evil spirits: some are more subtle, others more material in nature. The more subtle demons attack the soul, while the others hold the flesh captive through their lascivious enticements. Thus there is a complete contrast between the demons that attack the soul and those that attack the body, even though they have the same propensity to inflict harm on mankind. When grace does not dwell in a man, they lurk like serpents in the depths of the heart, never allowing the soul to aspire towards God. But when grace is hidden in the intellect, they then move like dark clouds through the different parts of the heart, taking the form of sinful passions or of all kinds of day-dreams, thus distracting the intellect from the remembrance of God and cutting it off from grace. When the passions of our soul, especially presumption, the mother of all evils, are inflamed by the demons that attack the soul, then it is by thinking on the dissolution of our body that we grow ashamed of our gross love of praise. We should also think about death when the demons that attack the body try to make our hearts seethe with shameful desires, for only the thought of death can nullify all the various influences of the evil spirits by bringing us back to the remembrance of God. If, however, the demons that attack the soul induce in us by this thought an excessive depreciation of human nature on the grounds that, being mortal, it is valueless - and this is what they like to do when we torment them with the thought of death - we should recall the honor and glory of the heavenly kingdom, though without losing sight of the bitter and dreadful aspects of judgment. In this way we both relieve our despondency and restrain the frivolity of our hearts.
Ο λόγος της πνευματικής γνώσεως μας διδάσκει ότι υπάρχουν δύο, ας πούμε, κατηγορίες πονηρών πνευμάτων. Της μιας είναι λεπτότερα, της άλλης κάπως πιο υλικά. Τα λεπτότερα πολεμούν την ψυχή, τα άλλα συνηθίζουν να αιχμαλωτίζουν την σάρκα με ηδονικές παρακινήσεις. Γι’ αυτό και μάχονται μεταξύ τους οι δαίμονες που πολεμούν την ψυχή και οι άλλοι που πολεμούν το σώμα, αν και έχουν την ίδια πρόθεση να βλάπτουν τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν η χάρη δεν κατοικεί στον άνθρωπο, τότε αυτοί φωλιάζουν σαν φίδια στα βάθη της καρδιάς και δεν επιτρέπουν διόλου στην ψυχή να επιθυμήσει το καλό. Όταν όμως η χάρη είναι κρυμμένη μέσα στο νου, τότε οι δαίμονες κινούνται σαν σκοτεινά σύννεφα στα μέρη της καρδιάς και παίρνουν μορφές αμαρτωλών παθών και διαφόρων φαντασιών, για να απομακρύνουν τη μνήμη του Θεού από το νου και έτσι να τον αποσπούν από την ένωσή του με τη χάρη. Όταν λοιπόν οι δαίμονες που πολεμούν την ψυχή μάς διεγείρουν στα ψυχικά πάθη και μάλιστα στην οίηση, η οποία είναι μητέρα όλων των κακών, ας θυμόμαστε τον θάνατό μας και τότε καταντροπιάζομε το φούσκωμα της φιλοδοξίας. Το ίδιο ας κάνομε και όταν οι δαίμονες που πολεμούν το σώμα ερεθίζουν την καρδιά μας σε αισχρές επιθυμίες. Γιατί μόνο η ενθύμηση του θανάτου μπορεί να καταργήσει όλες τις προσβολές των δαιμόνων, επειδή μας επαναφέρει στη μνήμη του Θεού. Αν πάλι οι ψυχικοί δαίμονες από τη μνήμη του θανάτου μάς υποβάλλουν λογισμούς εξουδενώσεως της ανθρώπινης φύσεως, ότι δεν έχει καμιά αξία γιατί συνδέεται με τη σάρκα, (αυτό συνηθίζουν να κάνουν όταν κανείς τους βασανίζει με τη μνήμη του θανάτου), τότε ας σκεφτόμαστε την τιμή και τη δόξα της επουράνιας Βασιλείας, χωρίς όμως και να παραβλέπομε την πικρότητα και το σκοτάδι της κρίσεως· κι έτσι από τη μια θα παρηγορούμε την αθυμία μας και από την άλλη θα συγκρατούμε την επιπολαιότητα της καρδιάς μας.
82
In the Gospels the Lord teaches us that when Satan returns and finds his home swept and empty - finds, that is to say, the heart barren - he then musters seven other spirits and enters it and lurks there, making its last state worse than its first (cf. Matt. 12:44-45). From this we must understand that so long as the Holy Spirit is in us, Satan cannot enter the depths of the soul and remain there. Paul too clearly conveys this same spiritual understanding. When he looks at the matter from the viewpoint of those still engaged in the ascetic struggle, he says: 'For with the inward man I delight in the law of God; but I see another law in my members, warring against the law of my intellect, and bringing me into captivity to the law of sin which is in my members' (Rom. 7; 22—23). But when he looks at it from the viewpoint of those who have attained perfection, he says: 'There is therefore now no condemnation of those who are in Christ Jesus, who do not walk according to the flesh but according to the Spirit. For the law of the Spirit of life in Christ Jesus has freed me from the law of sin and death' (Rom. 8:1-2). Again, so as to teach us once more that it is through the body that Satan attacks the soul which participates in the Holy Spirit, he says: 'Stand, therefore, having girded your loins with truth, and having on the breastplate of righteousness, and having shod your feet with the gospel of peace; above all, taking the shield of faith with which you will be able quench all the fiery arrows of the evil one. And take the helmet of salvation and the sword of the Spirit, which is the word of God' (Eph. 6:14-17). Captivity is one thing, battle is another. Captivity signifies a violent abduction, while battle indicates a contest between equally matched adversaries. For precisely this reason the Apostle says that the devil attacks with fiery arrows those who carry Christ in their souls. For someone who is not at close grips with his enemy uses arrows against him, attacking him from a distance. In the same way, when, because of the presence of grace, Satan can lurk no longer in the intellect of those pursuing a spiritual way, he lurks in the body and exploits its humors, so that through its proclivities he may seduce the soul. We should therefore weaken the body to some extent, so that the intellect does not slide down the smooth path of sensual pleasure because of the body's humors. We should believe the Apostle when he says that the intellect of those pursuing the spiritual way is energized by divine light, and therefore obeys and rejoices in the law of God (cf. Rom. 7:22). But the flesh, because of its proclivities, readily admits evil spirits, and so is sometimes enticed into serving their wickedness. Thus it is clear that the intellect cannot be the common dwelling-place of both God and the devil. How can St Paul say that 'with my intellect I serve the law of God, but with the flesh the law of sin' (Rom. 7:25), unless the intellect is completely free to engage in battle with the demons, gladly submitting itself to grace, whereas the body is attracted by the smell of mindless pleasures? He can only say this because the wicked spirits of deception are free to lurk in the bodies of those pursuing a spiritual way; 'for I know that in me - that is, in my flesh - there dwells nothing good' (Rom. 7:18), says the Apostle, referring to those who are resisting and struggling against sin. Here he is not merely expressing a personal opinion. The demons attack the intellect, but they do so by trying through lascivious temptations to entice the flesh down the slope of sensual pleasure. It is for a good purpose that the demons are allowed to dwell within the body even of those who are struggling vigorously against sin; for in this way man's free will is constantly put to the test. If a man, while still alive, can undergo death through his labors, then in his entirety he becomes the dwelling-place of the Holy Spirit; for such a man, before he has died, has already risen from the dead, as was the case with the blessed Apostle Paul and all those who have struggled and are struggling to the utmost against sin.
Ο Κύριος μάς διδάσκει στα Ευαγγέλια ότι όταν επιστρέψει ο σατανάς και βρει σκουπισμένο και άδειο το σπίτι του, δηλαδή την άκαρπη καρδιά, τότε πηγαίνει και παίρνει άλλα εφτά πνεύματα πονηρότερα απ’ αυτόν και μπαίνει και φωλιάζει εκεί μέσα και γίνεται η κατάσταση του ανθρώπου χειρότερη από πρώτα(Ματθ. 12, 44-45). Από αυτό πρέπει να εννοήσομε ότι εφόσον είναι το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, δεν μπορεί ο σατανάς να μείνει στο βάθος της ψυχής. Αλλά και ο θείος Παύλος μας διδάσκει φανερά τη σημασία των λόγων αυτών. Θεωρώντας το θέμα αυτό από την άποψη της γνώσεως του πνευματικού αγώνα, λέει: «Ευχαριστούμαι πολύ στο νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο. Βλέπω όμως να κυριαρχεί στα μέλη μου άλλος νόμος, ο οποίος αντιστρατεύεται το νόμο του νου μου και με κάνει αιχμάλωτο στο νόμο της αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου»(Ρωμ. 7, 22-23). Από την άποψη της τελειότητας, λέει: «Δεν υπάρχει καμία καταδίκη στους ενωμένους με τον Ιησού Χριστό. Γιατί ο νόμος του Πνεύματος της ζωής με ελευθέρωσε από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου»(Ρωμ. 8, 1-2). Και σε άλλο μέρος γράφει, για να διδάξει ότι μέσω του σώματος πολεμεί ο σατανάς την ψυχή, η οποία έχει το Άγιο Πνεύμα: «Σταθείτε λοιπόν στον αγώνα, ζωσμένοι στη μέση σας με την αλήθεια, φορώντας το θώρακα της δικαιοσύνης, και με υποδήματα στα πόδια, έτοιμοι για το ευαγγέλιο της ειρήνης. Πάνω απ’ όλα αυτά κρατείστε την ασπίδα της πίστεως, με την οποία θα μπορέσετε να σβήσετε όλα τα πυρωμένα βέλη του πονηρού, και δεχτείτε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το μαχαίρι του Πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού»(Εφ. 6, 14-17). Άλλο πράγμα είναι η αιχμαλωσία και άλλο η πάλη. Το πρώτο σημαίνει βίαιη απαγωγή, ενώ το άλλο σημαίνει αγώνα με ίσες δυνάμεις. Γι’ αυτό και λέει ο Απόστολος ότι ο διάβολος επιτίθεται κατά των χριστοφόρων ψυχών με πυρωμένα βέλη. Γιατί εκείνος που δεν έχει στα χέρια του τον αντίπαλό του, χρησιμοποιεί βέλη για να μπορέσει να τον χτυπήσει από μακριά. Έτσι και ο σατανάς, επειδή δεν μπορεί να φωλιάσει όπως πρωτύτερα στο νου των αγωνιζομένων, όπου βρίσκεται η χάρη, χρησιμοποιεί την υγρότητα του σώματος μέσα στο οποίο φωλιάζει, για να δελεάζει την ψυχή με την χαλαρότητα του σώματος. Γι’ αυτό πρέπει με μέτρο να ταλαιπωρούμε το σώμα, για να μη γλυστρά ο νους λόγω της υγρότητας του σώματος στις ηδονές. Από αυτό το αποστολικό ρητό που αναφέρθηκε, πρέπει να πεισθούμε ότι ο νους των αγωνιστών δέχεται την ενέργεια του θείου φωτός και γι’ αυτό υποτάσσεται και ευχαριστείται στο θείο νόμο, ενώ η σάρκα, με την χαλαρότητα που έχει, δέχεται μ’ ευχαρίστηση τα πονηρά πνεύματα και γι’ αυτό σύρεται στο να δουλεύει στην πονηρία τους. Από αυτό φαίνεται πολύ καλά ότι ο νους δεν είναι κοινό κατοικητήριο του Θεού και του διαβόλου. Γιατί πώς γίνεται με το νου μου να δουλεύω στο νόμο του Θεού και με την σάρκα στον νόμο της αμαρτίας(Ρωμ. 7, 25), αν ο νους μου δεν είναι εντελώς ελεύθερος να αντιπαρατάσσεται στον πόλεμο κατά των δαιμόνων, ευχαρίστως υποδουλωμένος στην αγαθότητα της χάρης, και το σώμα μου να δέχεται ευχαρίστως την οσμή των παραλόγων ηδονών, επειδή —όπως είπα— στο σώμα των αγωνιζομένων παραχωρείται να εμφωλεύουν τα πονηρά πνεύματα; «Γνωρίζω ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, το αγαθό»(Ρωμ. 7, 18). Αυτό το λέει ο Απόστολος για κείνους που βρίσκονται στο μέσον των αγώνων κατά της αμαρτίας, όχι για τον εαυτό του. Οι δαίμονες πολεμούν εναντίον του νου και επιχειρούν να χαλαρώνουν με τις απολαυστικές τροφές τη σάρκα, ώστε να την παρασύρουν στις ηδονές. Έχουν την παραχώρηση, κατά δίκαιη κρίση του Θεού, να βρίσκονται στα βάθη του σώματος και σ’ εκείνους ακόμη που αγωνίζονται με δύναμη εναντίον της αμαρτίας, επειδή το αυτεξούσιο του ανθρωπίνου φρονήματος είναι συνεχώς υπό δοκιμασία. Αν όμως μπορέσει κανείς, ζωντανός ακόμη, να νεκρωθεί με τους ασκητικούς κόπους, αυτός γίνεται τελείως οίκος του Αγίου Πνεύματος· γιατί αυτός αναστήθηκε πριν πεθάνει, όπως ήταν ο μακάριος Παύλος και όσοι αγωνίστηκαν ως το τέλος και αγωνίζονται κατά της αμαρτίας.
83
It is true that the heart produces good and bad thoughts from itself (cf. Luke 6:45). But it does this not because it is the heart's nature to produce evil ideas, but because as a result of the primal deception the remembrance of evil has become as it were a habit. It conceives most of its evil thoughts, however, as a result of the attacks of the demons. But we feel that all these evil thoughts arise from the heart, and for this reason some people have inferred that sin dwells in the intellect along with grace. That is why, in their view, the Lord said: 'But those things which proceed out of the mouth come forth from the heart; and they defile the man. For out of the heart proceed evil thoughts, adulteries', and so on (Matt. 15:18-19). They do not realize, however, that the intellect, being highly responsive, makes its own the thoughts suggested to it by the demons through the activity of the flesh; and, in a way we do not understand, the proclivity of the body accentuates this weakness of the soul because of the union between the two. The flesh delights endlessly in being flattered by deception, and it is because of this that the thoughts sown by the demons in the soul appear to come from the heart; and we do indeed make them our own when we consent to indulge in them. This was what the Lord was censuring in the text quoted above, as the words themselves make evident. Is it not clear that whoever indulges in the thoughts suggested to him by Satan's cunning and engraves them in his heart, produces them thereafter as the result of his own mental activity?
Η καρδιά παράγει και από τον εαυτό της λογισμούς καλούς και κακούς· δεν καρποφορεί όμως εκ φύσεως τούς μη καλούς, αλλά σαν να έχει στην έξη της τη μνήμη του μη καλού, εξαιτίας της εξαπατήσεως των πρωτοπλάστων. Όμως οι περισσότεροι κακοί λογισμοί δημιουργούνται στην καρδιά από την κακία των δαιμόνων. Πάντως εμείς τους αισθανόμαστε σαν να προέρχονται από αυτή. Και από αυτό νόμισαν μερικοί ότι μέσα στο νου, μαζί με την χάρη είναι και η αμαρτία. Και γι’ αυτό λένε ότι ο Κύριος είπε: «Όσα βγαίνουν από το στόμα, βγαίνουν από την καρδιά κι αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο· γιατί από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί, μοιχείες κτλ.»(Ματθ. 15, 18-19). Και δεν γνωρίζουν αυτοί ότι ο νους, επειδή έχει την ενέργεια μιάς πολύ λεπτής αισθήσεως, ιδιοποιείται μέσω της σάρκας τούς λογισμούς που του υποβάλλουν τα πονηρά πνεύματα. Γιατί η χαλαρότητα του σώματος δημιουργεί λογισμούς στην ψυχή λόγω της συνδέσεώς της με αυτό, με τρόπο που δεν γνωρίζομε· επειδή η σάρκα αρέσει υπέρμετρα να κολακεύεται από την απάτη των δαιμόνων. Γι’ αυτό και οι κακοί λογισμοί που σπέρνονται στην ψυχή από τους δαίμονες φαίνονται σαν να βγαίνουν από την καρδιά. Αυτούς όμως τους λογισμούς τους κάνομε πράγματι δικούς μας όταν νιώθομε ευχαρίστηση γι’ αυτούς, και αυτό είναι που κατηγορεί ο Κύριος με τα παραπάνω θεία λόγια. Γιατί εκείνος που ευχαριστείται με τους λογισμούς που του υπαγορεύει η πονηρία του σατανά και γράφει κατά κάποιο τρόπο την ενθύμησή τους στην καρδιά του, είναι φανερό ότι στο εξής τούς καρποφορεί από τη δική του σκέψη.
84
The Lord says in the Gospel that a strong man cannot be xpelled from a house unless someone stronger than himself disarms him, binds him and casts him out (cf. Matt. 12:29). How, then, can such an intruder, cast out in this shameful way, return and dwell together with the true master who now lives freely in his own house? A king, after defeating a rebel who has tried to usurp his throne, does not dream of allowing him to share his palace. Rather, he slays him immediately, or binds him and hands him over to his soldiers for prolonged torture and a miserable death.
Λέει ο Κύριος στα Ευαγγέλια ότι δεν είναι δυνατό να εξοριστεί ο δυνατός από το σπίτι του αν ο δυνατότερός του δεν τον δέσει, και αφού τον λαφυραγωγήσει, τον εκδιώξει(Ματθ. 12, 29). Πώς λοιπόν μπορεί εκείνος που με τόση ντροπή εξορίστηκε, να ξαναμπεί και να συγκατοικεί με τον οικοδεσπότη που αναπαύεται στο σπίτι του; Ούτε και κανένας βασιλιάς, όταν καταβάλει κάποιο τύραννο που επαναστάτησε εναντίον του, θα σκεφτεί ποτέ να είναι μαζί του μέσα στα ανάκτορα. Μάλλον θα τον σφάξει αμέσως, ή θα τον δέσει και θα τον παραδώσει στα στρατεύματά του για να τιμωρηθεί υπερβολικά και οικτρά να θανατωθεί.
85
The reason why we have both good and wicked thoughts together is not, as some suppose, because the Holy Spirit and the devil dwell together in our intellect, but because we have not yet consciously experienced the goodness of the Lord. As I have said before, grace at first conceals its presence in those who have been baptized, waiting to see which way the soul inclines; but when the whole man has turned towards the Lord, it then reveals to the heart its presence there with a feeling which words cannot express, once again waiting to see which way the soul inclines. At the same time, however, it allows the arrows of the devil, to wound the soul at the most inward point of its sensitivity, so as to make the soul search out God with warmer resolve and more humble disposition. If, then, a man begins to make progress in keeping the commandments and calls ceaselessly upon the Lord Jesus, the fire of God's grace spreads even to the heart's more outward organs of perception, consciously burning up the tares in the field of the soul. As a result, the demonic attacks cannot now penetrate to the depths of the soul, but can prick only that part of it which is subject to passion. When the ascetic has finally acquired all the virtues - and in particular the total shedding of possessions - then grace illumines his whole being with a deeper awareness; warming him with great love of God. From now on the arrows of the fiery demon are extinguished before they reach the body; for the breath of the Holy Spirit, arousing in the heart the winds of peace, extinguishes them while they are still in mid-air. Nevertheless, at times God allows the demons to attack even one who has reached this measure of perfection, and leaves his intellect without light, so that his free will shall not be completely constrained by the bonds of grace. The purpose of this is not only to lead us to overcome sin through ascetic effort but also to help us advance still further in spiritual experience. For what is considered perfection in a pupil is far from perfect when compared with the richness of God, who instructs us in a love which would still seek to surpass itself, even if we were able to climb to the top of Jacob's ladder by our own efforts.
Όποιος νομίζει ότι το Άγιο Πνεύμα και ο διάβολος κατοικούν μαζί μέσα στο νου επειδή έχομε καλούς λογισμούς μαζί με κακούς, ας μάθει ότι αυτό γίνεται γιατί ουδέποτε γευθήκαμε και είδαμε ότι ο Κύριος είναι αγαθός(Ψαλμ. 33, 9). Στην αρχή, όπως είπα πιο πάνω, κρύβει η χάρη την παρουσία της από όσους βαπτίζονται, αναμένοντας την πρόθεση της ψυχής. Όταν επιστρέψει εξ ολοκλήρου ο άνθρωπος προς τον Κύριο, τότε με ανέκφραστη αίσθηση φανερώνει στην καρδιά του ανθρώπου την παρουσία της. Αλλά και πάλι περιμένει προς τα που θα στραφεί η κίνηση της ψυχής και παραχωρεί τα δαιμονικά βέλη να φτάνουν μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής, για να ζητήσει το Θεό με θερμότερη θέληση και ταπεινή διάθεση. Αν λοιπόν αρχίσει να προχωρεί ο άνθρωπος με την τήρηση των εντολών, και επικαλείται ακατάπαυστα τον Κύριο Ιησού, τότε η φωτιά της αγίας χάρης απλώνεται και στα εξωτερικά αισθητήρια της καρδιάς και κατακαίει τα ζιζάνια της ανθρώπινης γης με πληροφορία καρδιάς. Έτσι οι δαιμονικές σκέψεις φτάνουν από μακριά σ’ αυτόν τον τόπο και προσβάλλουν αδύναμα το εμπαθές μέρος της ψυχής. Όταν όμως ο αγωνιστής άνθρωπος ντυθεί όλες τις αρετές και μάλιστα την τέλεια ακτημοσύνη, τότε η χάρη με μια βαθύτερη αίσθηση καταφωτίζει ολόκληρη την ύπαρξή του και τον θερμαίνει στην αγάπη του Θεού. Και τότε τα δαιμονικά βέλη σβήνουν μακρύτερα από το σώμα, γιατί η αύρα τού Αγίου Πνεύματος κινεί στην καρδιά τους ανέμους της ειρήνης και σβήνει τα βέλη του πυρφόρου δαίμονα ενώ αυτά είναι ακόμα στον αέρα. Πλην όμως και αυτόν που έφτασε σε τέτοια πνευματική κατάσταση, τον αφήνει κάποτε ο Θεός στην κακία των δαιμόνων και δε φωτίζει το νου του, για να μην είναι εντελώς δεμένο το αυτεξούσιό μας με τα δεσμά της χάρης, με σκοπό όχι μόνο να νικηθεί η αμαρτία με αγώνα, αλλά και γιατί οφείλει να προοδεύει ο άνθρωπος στην πνευματική πείρα. Γιατί η τελειότητα που νομίζομε ότι έχει ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, είναι ακόμη ατελής μπροστά στον πλούτο και τη γενναιοδωρία του Θεού, που μας παιδαγωγεί με αγάπη, ακόμη και αν μπορέσει κανείς να ανέβει όλη την κλίμακα του Ιακώβ(Γέν. 28, 12) με την προκοπή στους ασκητικούς κόπους.
86
The Lord himself declares that Satan fell from heaven like lightning (cf. Luke 10:18); this was to prevent him, in his hideous-ness, from looking on the dwelling-places of the holy angels. But if he may not share the company of the righteous servants of God, how then can he dwell in the intellect of man together with God Himself? It will be said that this is possible because God recedes a little and makes room for him. But this explanation is inadequate. For there are two different ways in which God recedes. First He recedes in order to educate us. But this receding does not by any means deprive the soul of divine light. As I have said, all that happens is that grace often hides its presence from the intellect, so that the soul may advance through resisting the attacks of the demons by seeking help from God with great humility and fear; and in this way it gradually comes to know the wickedness of its enemy. A mother does much the same when she finds her child rebellious over feeding: she pushes it away for a moment so that, being alarmed by the sight of some animals or rough-looking men, it will return crying with fright to her breast. The second kind of receding is when God withdraws altogether from the soul that does not want Him; and this indeed delivers the soul captive to the demons. We, however, are not children from whom God has withdrawn heaven forbid! We believe ourselves to be true children of God's grace, which nurses us by briefly concealing its presence and then revealing itself once more, so that through its goodness we may grow to our full stature.
Ο ίδιος ο Κύριος λέει ότι ο σατανάς έπεσε σαν αστραπή από τον ουρανό(Λουκ. 10, 18), για να μη βλέπει ο κακόμορφος τα κατοικητήρια των αγίων Αγγέλων. Πώς λοιπόν αυτός που δεν κρίνεται άξιος της επικοινωνίας με τους καλούς δούλους, μπορεί να έχει ως κοινό κατοικητήριο μαζί με το Θεό, τον ανθρώπινο νου; Αλλά και αν προβάλλουν ότι γίνεται αυτό κατά παραχώρησιν, τίποτε δεν λένε. Γιατί η παιδαγωγική μεν παραχώρηση δεν στερεί διόλου την ψυχή από το θεϊκό φως: η χάρη μόνο, όπως ήδη είπα, κρύβει συνήθως από το νου την παρουσία της, για να εκθέτει κατά κάποιο τρόπο την ψυχή στην κακία των δαιμόνων, ώστε αυτή να ζητά με κάθε φόβο και πολλή ταπείνωση τη βοήθεια του Θεού, καθώς θα γνωρίζει λίγο-λίγο την κακία του εχθρού· έτσι και η μητέρα, όταν το βρέφος της δυστροπεί να θηλάσει, το απωθεί λίγο από την αγκαλιά της για να φοβηθεί από τη (φανταστική) παρουσία άσχημων ανθρώπων ή διαφόρων θηρίων, και έτσι με μεγάλο φόβο και δάκρυα να επιστρέψει στη μητρική αγκαλιά. Η δε παραχώρηση που γίνεται από αποστροφή του Θεού, παραδίνει την ψυχή που δεν θέλει το Θεό στους δαίμονες σαν δέσμια. Εμείς όμως δεν είμαστε τέκνα που ο Θεός αποστράφηκε, μη γένοιτο· αλλά πιστεύομε ότι είμαστε γνήσια βρέφη της χάρης του Θεού, που μας γαλουχεί με μικρές παραχωρήσεις και πολλές ενθαρρύνσεις, ώστε με την αγαθότητά της να φτάσομε να γίνομε άνδρες τέλειοι, με πλήρη πνευματική ωριμότητα.
87
When God recedes in order to educate us, this brings great sadness, humility and even some measure of despair to the soul. The purpose of this is to humble the soul's tendency to vanity and self-glory, for the heart at once is filled with fear of God, tears of thankfulness, and great longing for the beauty of silence. But the receding due to God's complete withdrawal fills the soul with despair, unbelief, anger and pride. We who have experienced both kinds of receding should approach God in each case in the appropriate way. In the first case we should offer Him thanks as we plead in our own defense, understanding that He is disciplining our unruly character by concealing His presence, so as to teach us, like a good father, the difference between virtue and vice. In the second case, we should offer Him ceaseless confession of our sins and incessant tears, and practice a greater seclusion from the world, so that by adding to our labors we may eventually induce Him to reveal His presence in our hearts as before. Yet we must realize that when there is a direct struggle between Satan and the soul -and I am speaking here of the struggle that takes place when God recedes in order to educate us - then grace conceals itself a little, as I have said, but nevertheless supports the soul in a hidden way, so that in the eyes of its enemies the victory appears to be due to the soul alone.
Η παιδαγωγική παραχώρηση φέρνει μεγάλη λύπη και ταπείνωση, και μετά μέτρια απελπισία στην ψυχή, για να έρχεται το φιλόδοξο και δειλό μέρος της σε ταπείνωση. Αμέσως όμως φέρνει φόβο Θεού και δάκρυα εξομολογήσεως στην καρδιά και μεγάλη επιθυμία για την άριστη σιωπή. Η δε παραχώρηση από αποστροφή του Θεού αφήνει να γεμίσει η ψυχή· από απελπισία, απιστία, οργή και υπερηφάνεια. Πρέπει λοιπόν να διακρίνομε με την πείρα μας το είδος της παραχωρήσεως και ανάλογα να προσερχόμαστε στο Θεό. Στην πρώτη περίπτωση, οφείλομε να του προσφέρομε ευχαριστία και απολογία, γιατί παιδαγωγεί την απαίδευτη γνώμη μας, αποσύροντας την χάρη Του, για να μας διδάσκει ως αγαθός Πατέρας τη διαφορά αρετής και κακίας. Στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει να προσφέρομε ακατάπαυστη εξομολόγηση των αμαρτημάτων μας, αδιάκοπα δάκρυα και μεγαλύτερο χωρισμό από τους ανθρώπους, για να μπορέσομε με την προσθήκη των κόπων μας να εξιλεώσομε το Θεό, ώστε να επιβλέψει όπως και πριν στις καρδιές μας. Πρέπει όμως να γνωρίζομε ότι όταν η μάχη γίνεται με πραγματική συμπλοκή μεταξύ ψυχής και σατανά, εννοώ στην περίπτωση της παιδευτικής παραχωρήσεως, τότε η χάρη αποτραβιέται όπως προείπα, αλλά βοηθεί την ψυχή χωρίς αυτή να το γνωρίζει, για να επιδείξει στους εχθρούς της ψυχής ότι η νίκη είναι μόνο δική της.
88
When a man stands out of doors in winter at the break of day, facing the east, the front of his body is warmed by the sun, while his back is still cold because the sun is not on it. Similarly, the heart of those who are beginning to experience the energy of the Spirit is only partially warmed by God's grace. The result is that, while their intellect begins to produce spiritual thoughts, the outer parts of the heart continue to produce thoughts after the flesh, since the members of the heart have not yet all become fully conscious of the light of God's grace shining upon them. Because some people have not understood this, they have concluded that two beings are fighting one another in the intellect. But just as the man in our illustration both shivers and yet feels warm at the touch of the sun, so the soul may have both good and evil thoughts simultaneously. Ever since our intellect fell into a state of duality with regard to its modes of knowledge, it has been forced to produce at one and the same moment both good and evil thoughts, even against its own will; and this applies especially in the case of those who have reached a high degree of discrimination. While the intellect tries to think continually of what is good, it suddenly recollects what is bad, since from the time of Adam's disobedience man's power of dunking has been split into two modes. But when we begin wholeheartedly to carry out the commandments of God, all our organs of perception will become fully conscious of the light of grace; grace will consume our thoughts with its flames, sweetening our hearts in the peace of uninterrupted love, and enabling us to think spiritual thoughts and no longer worldly thoughts. These effects of grace are always present in those who are approaching perfection and have the remembrance of the Lord Jesus unceasingly in their hearts.
Το χειμώνα, όταν σταθεί κανείς στο ύπαιθρο και βλέπει προς την ανατολή το πρωί, το μπροστινό μέρος του σώματός του ζεσταίνεται λίγο από τον ήλιο, όχι όμως και το πίσω μέρος, γιατί δεν είναι ο ήλιος κατακόρυφα από πάνω του. Έτσι και εκείνοι που αρχίζουν να δέχονται την ενέργεια του Πνεύματος, θερμαίνονται λίγο στην καρδιά από τη θεία χάρη και γι’ αυτό ο νους τους αρχίζει να καρποφορεί πνευματικά νοήματα. Φανερά όμως μέρη της καρδιάς τους μένουν ακόμη με το σαρκικό φρόνημα, επειδή δεν καταφωτίζονται ακόμα όλα τα μέλη της καρδιάς με βαθιά αίσθηση από την αγία χάρη. Μερικοί δεν μπόρεσαν να το εννοήσουν αυτό και νόμισαν ότι στο νου υπάρχουν δύο υποστάσεις (υπάρξεις) που αντιμάχονται μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν συμβαίνει η ψυχή την ίδια στιγμή να σκέφτεται και καλά και κακά, όπως στο παράδειγμα που αναφέραμε ότι ο άνθρωπος και κρυώνει και ζεσταίνεται. Αφότου ο νους μας έπεσε στην κατάσταση της διπλής γνώσεως, δηλ. του καλού και του κακού, εξ ανάγκης και χωρίς να θέλει, την ίδια στιγμή κάνει και καλές και κακές σκέψεις, και μάλιστα σ’ εκείνους που αποκτούν λεπτή διάκριση. Όπως δηλαδή σπεύδει πάντοτε να σκέφτεται το καλό, ευθύς θυμάται και το κακό, επειδή με την παρακοή του Αδάμ, σχίστηκε στα δύο η μνήμη του άνθρωπου. Αν λοιπόν αρχίσομε με θερμό ζήλο να εκτελούμε τις εντολές του Θεού, τότε η χάρη φωτίζει με βαθιά αίσθηση όλα τα αισθητήριά μας, και κατακαίει τις δικές μας ενθυμήσεις· και ευφραίνοντας την καρδιά μας με μια ειρήνη ανυποχώρητης αγάπης, μας κάνει έτσι να σκεφτόμαστε πλέον μόνο πνευματικά και όχι σαρκικά. Αυτό πάρα πολύ συμβαίνει σ’ εκείνους που προσεγγίζουν την τελειότητα, οι οποίοι έχουν στην καρδιά τους ακατάπαυστη τη μνήμη του Κυρίου Ιησού.
89
Divine grace confers on us two gifts through the baptism of regeneration, one being infinitely superior to the other. The first gift is given to us at once, when grace renews us in the actual waters of baptism and cleanses all the lineaments of our soul, that is, the image of God in us, by washing away every stain of sin. The second -our likeness to God - requires our co-operation. When the intellect begins to perceive the Holy Spirit with full consciousness, we should realize that grace is beginning to paint the divine likeness over the divine image in us. Artists first draw the outline of a man in monochrome, and then add one color after another, until little by little they capture the likeness of the subject down to the smallest details. In the same way the grace of God starts by remaking the divine image in man info what it was when he was first created. But when it sees us longing with all our heart for the beauty of the divine likeness and humbly standing naked in its atelier, then by making one virtue after another come into flower and exalting the beauty of the soul 'from glory to glory' (2 Cor. 3:18), it depicts the divine likeness on the soul. Our power of perception shows us that we are being formed into the divine likeness; but the perfecting of this likeness we shall know only by the light of grace. For through its power of perception the intellect regains all the virtues, other than spiritual love, as it advances according to a measure and rhythm which cannot be expressed; but no one can acquire spiritual love unless he experiences fully and clearly the illumination of the Holy Spirit. If the intellect does not receive the perfection of the divine likeness through such illumination, although it may have almost every other virtue, it will still have no share in perfect love. Only when it has been made like God - in so far, of course, as this is possible - does it bear the likeness of divine love as well. In portraiture, when the full range of colors is added to the outline, the painter captures the likeness of the subject, even down to the smile. Something similar happens to those who are being repainted by God's grace in the divine likeness: when the luminosity of lo' e is added, then it is evident that the image has been fully transformed into the beauty of the likeness. Love alone among the virtues can confer dispassion on the soul, for 'love is the fulfilling of the law' (Rom. 13:10). In this way our inner man is renewed day by day through the experience of love, and in the perfection of love it finds its own fulfillment.
Δύο καλά μάς προμηθεύει η θεία χάρη με το Βάπτισμα, από τα οποία το ένα είναι απείρως ανώτερο από το άλλο. Το ένα το χαρίζει αμέσως: μας ανακαινίζει με το νερό του Βαπτίσματος και λαμπρύνει όλες τις γραμμές της ψυχής, δηλαδή την «εικόνα» του Θεού μέσα μας, και μας καθαρίζει από κάθε κηλίδα της αμαρτίας. Το δεύτερο αγαθό —το «καθ’ ομοίωσιν»— η χάρη περιμένει να το πραγματοποιήσει μαζί μας. Όταν λοιπόν αρχίσει ο νους με πολλή αίσθηση να γεύεται την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, τότε πρέπει να γνωρίζομε ότι η χάρη άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στο «κατ’ εικόνα», το «καθ’ ομοίωσιν». Οι ζωγράφοι στην αρχή ιχνογραφούν το σχήμα του ανθρώπου, και σιγά-σιγά, προσθέτοντας τα διάφορα χρώματα, φτάνουν να απεικονίσουν μέχρι και τις τρίχες τη μορφή αυτού που ζωγραφίζουν. Έτσι και η θεία χάρη, πρώτα με το Βάπτισμα ρυθμίζει το «κατ’ εικόνα», επαναφέροντας τον άνθρωπο στο τι ήταν όταν δημιουργήθηκε. Και όταν δει ότι με όλη τη διάθεσή μας επιθυμούμε το κάλλος της «ομοιώσεως» και ότι στεκόμαστε γυμνοί και άφοβοι στο εργαστήριό της, τότε ζωγραφίζει αρετή πάνω στην αρετή και προσθέτει στη μορφή της ψυχής δόξα πάνω στη δόξα και της προσδίδει τον χαρακτήρα της ομοιώσεως. Ώστε η αίσθηση μάς φανερώνει ότι διαμορφωνόμαστε στο «καθ’ ομοίωσιν», αλλά την τελειότητα της ομοιώσεως θα τη γνωρίσομε από τον φωτισμό. Ο νους αποκτά με την αίσθηση όλες τις αρετές με κάποιο μέτρο και κάποια τάξη ανέκφραστη, όταν προχωρεί στην τελειότητα· αλλά την πνευματική αγάπη δεν μπορεί κανείς να την αποκτήσει αν δεν φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα με κάθε εσωτερική πληροφορία. Γιατί αν ο νους δεν πάρει τελείως το «καθ’ ομοίωσιν» μέσω του θείου φωτός, όλες σχεδόν τις άλλες αρετές μπορεί να τις έχει, αλλά είναι αμέτοχος ακόμη της τέλειας αγάπης. Όταν ομοιωθεί με την αρετή του Θεού (εννοώ όσο μπορεί ο άνθρωπος να ομοιωθεί με το Θεό), τότε έχει πάνω του και την ομοίωση της θείας αγάπης. Σε μια προσωπογραφία όταν προστεθεί στο σχέδιο η κατάλληλη απόχρωση από κάθε χρώμα, η προσωπογραφία μοιάζει στον εικονιζόμενο ακόμη και στο μειδίαμα. Έτσι και σ’ εκείνους που ζωγραφίζονται από τη θεία χάρη για να γίνουν «καθ’ ομοίωσιν», όταν προστεθεί ο φωτισμός της αγάπης, τότε φανερώνει ότι το «κατ’ εικόνα» βρίσκεται καθ’ ολοκληρίαν στην ωραιότητα του «καθ’ ομοίωσιν». Καμιά άλλη αρετή δεν μπορεί να προξενήσει απάθεια στην ψυχή, παρά μόνο η αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι εκπλήρωση όλου του νόμου(Ρωμ. 13, 10). Ώστε λοιπόν ξανακαινουργώνεται μέρα με την ημέρα ο εσωτερικός μας άνθρωπος(Β΄ Κορ. 4, 16) με τη γεύση της αγάπης, και ολοκληρώνεται όταν φτάσει στην τελειότητά της.
90
If we fervently desire holiness, the Holy Spirit at the outset gives the soul a full and conscious taste of God's sweetness, so that the intellect will know exactly of what the final reward of the spiritual life consists. But later He often conceals this precious and life-creating gift. He does this so that, even if we acquire all the other virtues, we should still regard ourselves as nothing because we have not acquired divine love in a lasting form. It is at this stage that the demon of hate troubles the soul of the spiritual contestant more and more, leading him to accuse of hatred even those who love him, and defiling with hatred even the kiss of affection. The soul suffers all the more because it still preserves the memory of divine love; yet, since it is below the highest level of the spiritual life, it cannot experience this love actively. It is therefore necessary to work upon the soul forcefully for a while, so that we may come to taste divine love fully and consciously; for no one can acquire the perfection of love while still in the flesh except those saints who suffer to the point of martyrdom, and confess their faith despite all persecution. Whoever has reached this state is completely transformed, and does not easily feel desire even for material sustenance. For what desire will someone nourished by divine love feel for such things? It is for this reason that St Paul proclaims to us the future joy of the saints when he says: 'For the kingdom of God is not food and drink, but righteousness, peace and joy in the Holy Spirit' (Rom. 14:17), which are the fruits of perfect love. Those who have advanced to perfection are able to taste this love continually, but no one can experience it completely until 'what is mortal in us is swallowed up by life' (2 Cor. 5:4).
Το Άγιο Πνεύμα στην αρχή της πνευματικής προόδου, αν αγαπήσομε με θερμότητα την αρετή του Θεού, δίνει στην ψυχή να γευθεί την γλυκύτητα του Θεού με όλη την αίσθηση και κάθε εσωτερική πληροφορία, για να μπορέσει να εννοήσει ο νους με ακριβή γνώση το τέλειο βραβείο των κόπων που καταβάλλονται για το Θεό. Κατόπιν όμως κρύβει το πολύτιμο και ζωοποιό αυτό δώρο, ώστε και αν εργαζόμαστε όλες τις άλλες αρετές, να νομίζομε ότι δεν είμαστε τίποτε, για το λόγο ότι δεν κάναμε ακόμη συνήθεια την αγία αγάπη. Τότε λοιπόν, κυρίως ο δαίμονας του μίσους ενοχλεί τις ψυχές όσων αγωνίζονται, ώστε και εναντίον εκείνων που τους αγαπούν να σηκώνει μίσος, και μέχρι προδοσίας να φέρνει την καταστρεπτική ενέργεια του μίσους. Γι’ αυτό περισσότερο πονεί η ψυχή με το να θυμάται την πνευματική αγάπη, χωρίς να μπορεί να την αποκτήσει με αίσθηση, γιατί υστερεί στους τέλειους ασκητικούς κόπους. Είναι ανάγκη λοιπόν, έστω και βιάζοντας τον εαυτό μας, να εργαζόμαστε την τέλεια αγάπη για να φτάσομε να την γευθούμε με κάθε αίσθηση και εσωτερική πληροφορία. Γιατί την τελειότητα της αγάπης κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει όσο βρίσκεται μέσα στο σώμα, παρά μόνο οι άγιοι που έφτασαν ως το μαρτύριο και την τέλεια ομολογία της πίστεως. Επειδή εκείνος που έφτασε ως το μαρτύριο, μεταβάλλεται ολόκληρος και ούτε για τροφή δεν έχει εύκολη την όρεξη· γιατί εκείνος που τρέφεται από τη θεία αγάπη, τι να επιθυμήσει πλέον από αυτόν τον κόσμο; Γι’ αυτό και ο σοφότατος Παύλος, ο γεμάτος από πνευματική γνώση, μας αναγγέλλει την μέλλουσα απόλαυση των δικαίων από τη δική του πείρα και λέει: «Η βασιλεία του Θεού δεν είναι φαγητό και ποτό, παρά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα»(Ρωμ. 14, 17)· και αυτά είναι ο καρπός της τέλειας αγάπης. Ώστε μπορούν να γεύονται εδώ συνεχώς την τέλεια αγάπη εκείνοι που προκόβουν στην τελειότητα. Τέλεια όμως κανείς δεν μπορεί να την αποκτήσει, παρά όταν καταποθεί η θνητότητα από τη ζωή(Β΄ Κορ. 5, 4).
91
A man who loves the Lord with unflagging resolve once said to me: 'Because I desired conscious knowledge of divine love, God granted me a full and active experience of such love. I felt its energy so strongly that my soul longed with an inexpressible joy and love to leave the body and go to the Lord, and to become in a sense unaware of this transient form of life.' Once a man has experienced this love, he does not become angry however much he is insulted and harmed - for one pursuing the spiritual life still suffers such things - but he remains united in love to the soul of the man who has insulted or harmed him. His anger is kindled only against those who injure the poor or who, as the Scripture says, 'speak iniquity against God' (Ps. 75:5. LXX), or follow other forms of wickedness. Whoever loves God far more than himself, or rather no longer loves himself but only God, no longer vindicates his own honor; for his sole wish is that the divine righteousness, which has accorded him eternal honor, should alone be held in honor. This he no longer wishes in a half-hearted way, but with the force of an attitude established in him through his deep experience of the love of God. We should know, moreover, that a person energized by God to such love rises, at that moment, even above faith, since by reason of his great love he now senses consciously in his heart the One whom he previously honored by faith. The holy Apostle expresses this clearly when he says: 'Now there are three things that endure: faith, hope, love; but the greatest of them is love' (1 Cor. 13:13). For, as I have said, he who holds God in all the richness of love transcends at that moment his own faith, since he is wholly rapt in divine longing.
Μου διηγήθηκε κάποιος από εκείνους που αγαπούν αχόρταγα το Θεό, ότι επιθύμησε κάποτε να γνωρίσει φανερά την αγάπη του Θεού, και του το έδωσε με πολλή αίσθηση και εσωτερική πληροφορία ο Αγαθός. «Και τόσο πολύ αισθάνθηκα την ενέργειά της, είπε, ώστε η ψυχή μου να βιάζεται να βγει από το σώμα με μια ανέκφραστη χαρά και αγάπη και να μεταβεί στον Κύριο, σαν να αγνοεί αυτή την πρόσκαιρη ζωή». Εκείνος που έλαβε πείρα της τέτοιας αγάπης, και αν πάρα πολύ υβριστεί ή αδικηθεί από άλλον —γιατί συμβαίνει να έχει αυτός κάποιον να τον λυπεί— δεν οργίζεται εναντίον του, αλλά μένει σαν να είναι κολλημένος με την αγάπη στην ψυχή εκείνου που τον έβρισε ή τον αδίκησε. Εξάπτεται μόνο εναντίον εκείνων οι οποίοι ή καταδιώκουν τους φτωχούς ή απευθύνουν κατά του Θεού λόγους άδικους, όπως λέει η Γραφή(Ψαλμ. 74, 6), ή ζουν με άλλο κακό τρόπο. Γιατί εκείνος που αγαπά το Θεό πολύ παραπάνω από τον εαυτό του, ή μάλλον που δεν αγαπά πλέον τον εαυτό του, αλλά μόνο το Θεό, δεν μάχεται πλέον για τη δική του τιμή, αλλά μόνο θέλει να τιμάται η δικαιοσύνη Εκείνου, που τον τίμησε με αιώνια τιμή. Αυτό δεν το θέλει με μισή καρδιά, αλλά έχει αυτή τη διάθεση σαν συνήθεια, λόγω της πολλής πείρας της αγάπης του Θεού. Εκτός από αυτά, πρέπει να γνωρίζομε ότι εκείνος που με την ενέργεια της χάρης έχει τόση πολλή αγάπη, ξεπερνά και την πίστη κατά τον καιρό αυτής της θείας ενέργειας, επειδή από την πολλή αγάπη κρατά με αίσθηση καρδιάς Αυτόν, που τιμά με την πίστη. Αυτό το φανερώνει με σαφήνεια ο άγιος Απόστολος λέγοντας: «Τώρα μένουν αυτά τα τρία, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη. Το μεγαλύτερο όμως από αυτά είναι η αγάπη»(Α΄ Κορ. 13, 13). Γιατί εκείνος που —όπως είπα— κατέχει το Θεό με τον πλούτο της αγάπης, είναι τότε πολύ ανώτερος από την πίστη του, αφού βρίσκεται ολόκληρος μέσα στον θείο πόθο.
92
When spiritual knowledge is active within us to a limited degree, it makes us feel acute remorse if, because of sudden irritation, we insult someone and make an enemy of him. It never stops prodding our conscience until, with a full apology, we have restored in the person we have insulted the feelings he had towards us before. Even when a worldly person becomes angry with us for no reason, this intense compunction in our conscience fills us with uneasiness and anxiety because, in some way, we have become a stumbling-block to one of those who speak after 'the wisdom of this world' (1 Cor. 2:6). As a result the intellect also neglects contemplation; for spiritual knowledge, consisting wholly of love, does not allow the mind to expand and embrace the vision of the divine, unless we first win back to love even one who has become angry with us for no reason. If he refuses to lay aside this anger or avoids the places we ourselves frequent, then spiritual knowledge bids us visualize his person with an overflowing of compassion in our soul and so fulfill the law of love in the depths of our heart. For it is said that if we wish to have knowledge of God we must bring our mind to look without anger even on persons who are angry with us for no reason. When we have done this, not only can our intellect devote itself to theology, but it also ascends with great boldness to the love of God, rising unhindered from the second level to the first.
Η μέτρια ενέργεια της αγίας γνώσεως μάς κάνει να λυπούμαστε πολύ όταν εξαιτίας κάποιου ερεθισμού υβρίσομε άλλον και τον κάνομε εχθρό μας. Γι’ αυτό δεν παύει να κεντά τη συνείδησή μας μέχρις ότου με πολλή απολογία προς τον υβρισθέντα τον επαναφέρομε στην προηγούμενη διάθεση. Η τέλεια όμως ενέργεια της αγίας γνώσεως, και άδικα αν οργιστεί κάποιος κοσμικός άνθρωπος εναντίον μας, μας κάνει να εξετάζομε και να φροντίζομε πολύ γι’ αυτό, επειδή οπωσδήποτε γινόμαστε εμπόδιο σε κάποιον που είναι στραμμένος στα παρόντα. Από αυτό και ο νους μας παύει τις πνευματικές θεωρίες· γιατί ο λόγος της γνώσεως, που είναι όλο αγάπη, δεν επιτρέπει στη διάνοια να απλωθεί για να συλλάβει τα θεία αντικείμενα της θεωρίας, αν προηγουμένως δεν επαναφέρομε στην αγάπη και εκείνον που οργίζεται άδικα εναντίον μας. Αν όμως εκείνος δεν θέλει να γίνει αυτό ή έχει απομακρυνθεί από τα μέρη που ζούμε, τότε η αγία γνώση μάς ωθεί να έχομε τη μορφή του προσώπου του στη ψυχή μας με απεριόριστη αγάπη, και έτσι στο βάθος της καρδιάς να εκπληρώσομε το νόμο της αγάπης. Γιατί έχει λεχθεί ότι πρέπει και τα πρόσωπα εκείνων που χωρίς λόγο οργίζονται εναντίον μας, να τα βλέπομε στη διάνοιά μας χωρίς οργή, όσοι θέλομε να έχομε γνώση Θεού. Και αν κάνομε αυτό, τότε όχι μόνον ο νους μας θα κινηθεί στη θεολογία χωρίς πλάνη, αλλά και στην αγάπη του Θεού θα ανέβει με μεγάλη παρρησία, τρέχοντας χωρίς εμπόδιο από τη δεύτερη βαθμίδα στην πρώτη.
93
To those who are just beginning to long for holiness the path of virtue seems very rough and forbidding. It appears like this not because it really is difficult, but because our human nature from the womb is accustomed to the wide roads of sensual pleasure. But those who have traveled more than half its length find the path of virtue smooth and easy. For when a bad habit has been subjected to a good one through the energy of grace it is destroyed along with the remembrance of mindless pleasures; and thereafter the soul gladly journeys on all the ways of virtue. Thus, when the Lord first leads us into the path of salvation, He says: 'How narrow and strait is the way leading to the kingdom and few there are who follow it’ (cf. Matt. 7:14); but to those who have firmly resolved to keep His holy commandments He says: 'For My yoke is easy, and My burden is light' (Matt. 11:30). At the beginning of the struggle, therefore, the holy commandments of God must be fulfilled with a certain forcefulness of will (cf. Matt. 11:12); then the Lord, seeing our intention and labor, will grant us readiness of will and gladness in obeying His purposes. For 'it is the Lord who makes ready the will' (Prov. 8:35. LXX), so that we always do what is right joyfully. Then shall we truly feel that 'it is God who energizes in you both the willing and the doing of His purpose' (Phil. 2:13).
Ο δρόμος της αρετής, σ’ εκείνους που αρχίζουν να έχουν έρωτα για την ευσέβεια φαίνεται σκληρός και πολύ σκυθρωπός, όχι γιατί είναι πράγματι τέτοιος, αλλά γιατί η ανθρώπινη φύση ευθύς από τη γέννηση ζει και συναναστρέφεται μέσα στο πλάτος των ηδονών. Σ’ εκείνους που μπόρεσαν να φτάσουν στο μέσο του δρόμου, φαίνεται ευχάριστος και ξεκούραστος, επειδή έχει υποταχθεί η κακία στην συνήθεια της αρετής και χάνεται μαζί με την ανάμνηση των παράλογων ηδονών. Γι αυτό η ψυχή στο εξής βαδίζει μ’ ευχαρίστηση το δρόμο των αρετών. Για τούτο ο Κύριος, όταν μας προτρέπει στο δρόμο της σωτηρίας, στην αρχή λέει: «Πόσο στενός και δύσκολος είναι ο δρόμος που οδηγεί στη βασιλεία! Και είναι λίγοι όσοι τον βρίσκουν»(Ματθ. 7, 14). Σ’ εκείνους πάλι που με θερμή διάθεση αποφασίζουν την τήρηση των αγίων εντολών Του, λέει: «Ο ζυγός μου είναι ήπιος και το φορτίο μου ελαφρό»(Ματθ. 11, 30). Πρέπει λοιπόν από την αρχή του πνευματικού αγώνα να εργαζόμαστε με κάποια βία τις άγιες εντολές του Θεού, ώστε ο αγαθός Κύριος, βλέποντας το σκοπό και τον κόπο μας, να μας δώσει θέληση έτοιμη να υπηρετεί με πολλή ευχαρίστηση τα ένδοξα θελήματά Του. Γιατί ο Κύριος είναι που κάνει πρόθυμη τη θέληση(Παροιμ. 8, 35), ώστε με πολλή χαρά να εργαζόμαστε ακατάπαυστα το αγαθό. Τότε πράγματι θα αισθανθούμε ότι ο Θεός είναι αυτός που ενεργεί μέσα μας και το να θέλομε και το να ενεργούμε κατά τη θέλησή Του(Φιλιπ. 2, 13).
94
As wax cannot take the imprint of a seal unless it is warmed or softened thoroughly, so a man cannot receive the seal of God's holiness unless he is tested by labors and weaknesses. That is why the Lord says to St Paul: 'My grace is sufficient for you: for My power comes to its fullness in your weakness'; and the Apostle himself proudly declares: 'Most gladly therefore will I rather glory in my weaknesses, so that the power of Christ may rest upon me' (2 Cor, 12:9). In Proverbs, too, it is written: 'For whom the Lord loves He disciplines; He chastens every son He accepts' (Prov. 3:12. LXX). By weaknesses the Apostle means the attacks made by the enemies of the Cross, attacks which continually fell upon him and all the saints of that time, to prevent them from being 'unduly elated by the abundance of revelations', as he says himself (2 Cor. 12:7). Because of their humiliation they persevered still more in the life of perfection, and when they were treated with contempt they preserved the divine gift in holiness. But by weaknesses we now mean evil thoughts and bodily illnesses. In those times, since their bodies were submitted to deadly tortures and other afflictions, men pursuing the spiritual way were raised far above the passions which normally attack human nature as a result of sin. Today, however, since by the Lord's grace peace prevails in the Church, the bodies of. those contending for holiness have to be tested by frequent illnesses, and their souls tried by evil thoughts. This is the case especially for those in whom divine knowledge is fully and consciously active, so that they can be stripped of all self-esteem and conceit, and can therefore, as I said, receive in their hearts the seal of divine beauty through their great humility. As the Psalmist says, 'We have been marked by the light of Thy countenance, 0 Lord' (Ps. 4:6. LXX). We must therefore submit to the Lord's will thankfully; for men our frequent illnesses and our fight against demonic thoughts will be counted a second martyrdom. The devil, who once said to the holy martyrs through the mouths of lawless rulers, 'Deny Christ, choose earthly honors', is now present among us in person constantly saying the same to the servants of God. in times past he tortured the bodies of the saints, inflicting the utmost outrage upon spiritual teachers held in honor by using such people as served his diabolic schemes; and now he attacks the confessors of holiness with the various passions, and with much insult and contempt, especially when for the glory of the Lord they give determined help to the poor and downtrodden. So we should fulfill our inward martyrdom before God with confidence and patience, for it is written: 'I waited patiently for the Lord; and He heard me' (Ps. 40:1).
Όπως το κερί αν δεν ζεσταθεί και μαλαχθεί πολύ δεν μπορεί να δεχτεί τη σφραγίδα που βάζομε πάνω του, έτσι και ο άνθρωπος αν δεν δοκιμαστεί με κόπους και ασθένειες δεν μπορεί να λάβει τη σφραγίδα της αρετής του Θεού. Γι’ αυτό ο Κύριος λέει στο θείο Παύλο: «Σου αρκεί η χάρη μου· γιατί η δύναμή μου ολοκληρώνεται στην ασθένεια». Και ο ίδιος ο Απόστολος καυχιέται με τα εξής λόγια: «Με πολλή ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ περισσότερο για τις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού»(Β΄ Κορ. 12, 9). Αλλά και το βιβλίο των Παροιμιών γράφει: «Όποιον αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί· μαστιγώνει όποιον παραδέχεται παιδί Του»(Παροιμ. 3, 12). Ο Απόστολος λέγοντας «ασθένειες» εννοεί τις επιθέσεις των εχθρών του σταυρού, που συνεχώς συνέβαιναν και σ’ αυτόν και σε όλους τους τότε αγίους, για να μην υπερηφανεύονται, όπως λέει ο ίδιος, εξαιτίας των υπερβολικών αποκαλύψεων(Β΄ Κορ. 12, 7)· αλλά μάλλον να μένουν με την ταπείνωση στην κατάσταση της τελειότητας, και με τους συχνούς εξευτελισμούς να διατηρούν τη δωρεά του Θεού με οσιότητα. Εμείς όμως τώρα όταν λέμε «ασθένειες», εννοούμε τους πονηρούς λογισμούς και τις σωματικές αρρώστιες. Τότε, επειδή τα σώματα των αγίων που αγωνίζονταν κατά της αμαρτίας παραδίνονταν σε θανατηφόρες πληγές και σε διάφορες άλλες κακοπάθειες, ήταν πολύ ανώτερα από τα πάθη που μπήκαν λόγω της αμαρτίας στην ανθρώπινη φύση. Τώρα όμως, επειδή πληθύνεται με τη χάρη του Κυρίου η ειρήνη των εκκλησιών, πρέπει να δοκιμάζονται οι αγωνιστές της ευσέβειας, στο σώμα με συνεχείς αρρώστιες και στην ψυχή με πονηρούς λογισμούς· και μάλιστα εκείνοι στους οποίους η πνευματική γνώση ενεργεί με κάθε αίσθηση και εσωτερική πληροφορία, για να αποφεύγουν κάθε κενοδοξία και κάθε υπερήφανη σκέψη και να μπορέσουν —καθώς είπα— να δεχτούν μέσα στις καρδιές τους με μεγάλη ταπείνωση τη σφραγίδα της θείας ωραιότητας, σύμφωνα μ’ εκείνο που λέει ο Δαβίδ: «Τυπώθηκε επάνω μας Κύριε το φως του προσώπου Σου»(Ψαλμ. 4, 7). Πρέπει λοιπόν με ευχαριστία να υπομένομε το θέλημα του Κυρίου· και αυτό θα μας λογαριαστεί ως ένα δεύτερο μαρτύριο, τόσο οι συνεχείς αρρώστιες, όσο και η μάχη εναντίον των δαιμονικών λογισμών. Γιατί ο διάβολος που έλεγε τότε στους αγίους μάρτυρες μέσω των άνομων εκείνων αρχόντων να αρνηθούν το Χριστό και να επιθυμήσουν τη δόξα του βίου, στέκεται και τώρα και λέει τα ίδια στους δούλους του Θεού ακατάπαυστα. Αυτός που έκανε τότε να υποφέρουν τα σώματα των αγίων και κακοποιούσε υπερβολικά τους τιμημένους δασκάλους του Ευαγγελίου μέσω εκείνων που υπηρετούσαν τα διαβολικά εκείνα φρονήματα, ο ίδιος φέρνει και τώρα στους ομολογητές της ευσέβειας τα διάφορα παθήματα, με πολλές ύβρεις και εξευτελισμούς, όταν μάλιστα αυτοί βοηθούν για τη δόξα του Κυρίου με πολλή δύναμη τους φτωχούς που κακοπαθοϋν. Και γι’ αυτό, είναι ανάγκη με βεβαιότητα και υπομονή να εργαζόμαστε το μαρτύριο της συνειδήσεώς μας ενώπιον του Θεού, όπως λέει ο Δαβίδ: «Περίμενα με πολλή υπομονή τον Κύριο, και μου έδειξε προσοχή»(Ψαλμ. 39, 2).
95
Humility is hard to acquire, and the deeper it is, the greater the struggle needed to gain it. There are two different ways in which it comes to those who share in divine knowledge. In the case of one who has advanced halfway along the path of spiritual experience, his self-will is humbled either by bodily weakness, or by people gratuitously hostile to those pursuing righteousness, or by evil thoughts. But when the intellect fully and consciously senses the illumination of God's grace, the soul possesses a humility which is, as it were, natural. Wholly filled with divine blessedness, it can no longer be puffed up with its own glory; for even if it carries out God's commandments ceaselessly, it still considers itself more humble than all other souls because it shares His forbearance. The first type of humility is usually marked by remorse and despondency, the second by joy and an enlightened reverence. Hence, as I have said, the first is found in those half-way along the spiritual path, while the second is given to those nearing perfection. That is why the first is often undermined by material prosperity, while the second, even if offered all the kingdoms of this world, is not elated and is proof against the arrows of sin. Being wholly spiritual, it is completely indifferent to all material glory. We cannot acquire the second without having passed through the first; for unless God's grace begins by softening our will by means of the first, testing it through assaults of the passions, we cannot receive the riches of the second.
Η ταπεινοφροσύνη είναι κάτι που δύσκολα κανείς αποκτά, γιατί όσο μεγάλο πράγμα είναι, τόσο με πολλούς αγώνες κατορθώνεται. Όμως έρχεται με δύο τρόπους σ’ εκείνους που μετέχουν στη θεία γνώση. Όταν δηλαδή ο αγωνιστής της ευσέβειας βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση της πνευματικής πείρας, τότε έχει κάπως ταπεινότερο το φρόνημα, ή λόγω ασθένειας του σώματος, ή εξαιτίας εκείνων που χωρίς λόγο εχθρεύονται όσους αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη, ή εξαιτίας των πονηρών λογισμών. Όταν όμως ο νους με πολλή αίσθηση και πληροφορία καταφωτιστεί από τη θεία χάρη, τότε η ψυχή έχει την ταπεινοφροσύνη σαν φυσική· γιατί καθώς τρέφεται πλούσια από τη θεία αγαθότητα, δεν μπορεί πλέον να φουσκώνει στην έπαρση της φιλοδοξίας, ακόμη και αν εργάζεται ακατάπαυστα τις εντολές του Θεού, και μάλλον νομίζει τον εαυτό της κατώτερο απ’ όλους, γιατί έχει έρθει σε κοινωνία με τη θεία επιείκεια. Η πρώτη εκείνη ταπεινοφροσύνη έχει συνήθως λύπη και στενοχώρια, ενώ η δεύτερη έχει χαρά και συστολή γεμάτη σοφία. Γι’ αυτό — όπως είπα— η πρώτη έρχεται σ’ εκείνους που βρίσκονται στο μέσο των αγώνων, ενώ η άλλη αποστέλλεται σ’ εκείνους που πλησιάζουν την τελειότητα. Γι’ αυτό η πρώτη πολλές φορές αλλοιώνεται από τις βιοτικές επιτυχίες, ενώ η άλλη, και αν της προσφέρουν όλες τις βασιλείες του κόσμου, δεν επηρεάζεται, ούτε αισθάνεται διόλου τα φοβερά βέλη της αμαρτίας. Γιατί αφού είναι ολόκληρη πνευματική, αγνοεί οπωσδήποτε τις σωματικές δόξες. Πρέπει όμως ο αγωνιστής με κάθε τρόπο να περάσει από την πρώτη για να φτάσει στη δεύτερη· γιατί αν η χάρη δε μαλακώσει προηγουμένως με την πρώτη το αυτεξούσιό μας, για να μας δοκιμάσει μέσω των παιδαγωγικών θλίψεων, δε μας χαρίζει τη μεγαλοπρέπεια της τέλειας ταπεινοφροσύνης.
96
Those who love the pleasures of this present life pass from evil thoughts to actual sins. Since they lack discrimination, they turn almost all their sinful thoughts into wicked words or unholy deeds. Those, on the other hand, who are trying to pursue the ascetic life, struggle first against external sins and then go on to struggle against evil thoughts and malicious words. So when the demons find such people cheerfully abusing others, indulging in idle and inept talk, laughing at the wrong time, uncontrollably angry or desiring vain and empty glory, they join forces to attack them. Using love of praise in particular as a pretext for their evil schemes, the demons slip into the soul - as though through a window at night - and despoil it. So those who wish to live virtuously should not hanker after praise, be involved with too many people, keep going out, or abuse others (however much they deserve it), or talk excessively, even if they can speak well on every subject. Too much talk radically dissipates the intellect, not only making it lazy in spiritual work but also handing it over to the demon of listlessness, who first enervates it completely and then passes it on to the demons of dejection and anger. The intellect should therefore devote itself continually to keeping the holy commandments and to deep mindfulness of the Lord of glory. For it is written: 'Whoever keeps the commandment will know no evil thing' (Eccles. 8:5. LXX) - that is, will not be diverted to base thoughts or words.
Εκείνοι που αγαπούν τις ηδονές του βίου, φτάνουν στην αμαρτία από τους λογισμούς. Καθώς τους οδηγεί μια γνώμη χωρίς διάκριση, επιθυμούν όλες τις εμπαθείς σκέψεις τους να τις κάνουν λόγια άνομα και ασεβή έργα. Όσοι αντίθετα προσπαθούν να κατορθώσουν τον ασκητικό βίο, από τα σφάλματα έρχονται στους πονηρούς λογισμούς, ή σε πονηρά και επιβλαβή λόγια. Γιατί όταν οι δαίμονες δούνε τους ανθρώπους αυτούς να ακούν με ευχαρίστηση κατηγορίες για άλλους, ή να αργολογούν και να λένε λόγια που δεν αρμόζουν, ή να γελούν απρεπώς, ή να θυμώνουν υπερβολικά, ή να επιθυμούν την κούφια και μάταιη δόξα, τότε όλοι μαζί οπλίζονται εναντίον τους. Και μεταχειρίζονται κυρίως τη φιλοδοξία για πρόφαση της κακίας τους και μέσω αυτής σαν από σκοτεινή θυρίδα πηδούν και αρπάζουν τις ψυχές. Πρέπει λοιπόν εκείνοι που θέλουν να ζουν με όλες τις αρετές, να μην επιθυμούν τη δόξα, ούτε με πολλούς να αναστρέφονται, ούτε να βγαίνουν συχνά έξω, ή να κατηγορούν τους άλλους, και αν ακόμη οι κατηγορούμενοι είναι άξιοι της κατηγορίας, ούτε πολύ να μιλούν, και αν ακόμη μπορούν να λένε πάντοτε καλά. Γιατί η πολυλογία διασκορπίζει υπερβολικά το νου, και όχι μόνο τον κάνει αδρανή στην πνευματική εργασία, αλλά και τον παραδίνει στο δαίμονα της ακηδίας· αυτός πάλι, αφού τον εξασθενήσει υπέρμετρα, τον παραδίνει στους δαίμονες της λύπης και της οργής. Πρέπει λοιπόν πάντοτε να απασχολούμε το νου στην τήρηση των αγίων εντολών και στη βαθιά μνήμη του ένδοξου Κυρίου. Γιατί λέει η Γραφή: «Όποιος εφαρμόζει εντολή, δε θα γνωρίσει πονηρό λόγο»(Εκκλ. 8, 5), δηλαδή δεν θα ξεστρατίσει σε πονηρούς λογισμούς ή λόγους.
97
When the heart feels the arrows of the demons with such burning pain that the man under attack suffers as if they were real arrows, then the soul hates the passions violently, for it is just beginning to be purified. It if does not suffer greatly at the shamelessness of sin, it will not be able to rejoice fully in the blessings of righteousness. He who wishes to cleanse his heart should keep it continually aflame through practicing the remembrance of the Lord Jesus, making this his only study and his ceaseless task. Those who desire to free themselves from their corruption ought to pray not merely from time to time but at all times; they should give themselves always to prayer, keeping watch over their intellect even when outside places of prayer. When someone is trying to purify gold, and allows the fire of the furnace to die down even for a moment, the material which he is purifying will harden again. So, too, a man who merely practices the remembrance of God from time to time loses through lack of continuity what he hopes to gain through his prayer. It is a mark of one who truly loves holiness that he continually bums up what is worldly in his heart through practicing the remembrance of God, so that little by little evil is consumed in the fire of this remembrance and his soul completely recovers its natural brilliance with still greater glory.
Όταν η καρδιά με έναν πόνο που καίει δέχεται τα τοξεύματα των δαιμόνων, ώστε να νομίζει ο άνθρωπος ότι είναι πραγματικά βέλη, τότε η ψυχή μισεί με πόνο τα πάθη, καθώς βρίσκεται στην αρχή της καθάρσεως· γιατί αν δεν πονέσει πολύ για την αναίδεια της αμαρτίας, δε θα μπορέσει να χαρεί πλουσιοπάροχα για την αγαθότητα της αρετής. Εκείνος λοιπόν που θέλει να καθαρίσει την καρδιά του, ας την φλογίζει διαρκώς με τη μνήμη του Κυρίου Ιησού, αυτό μόνον έχοντας μελέτη και ακατάπαυστη εργασία. Δεν πρέπει άλλοτε να προσεύχονται κι άλλοτε όχι, εκείνοι που θέλουν να αποβάλουν τη σαπρότητά τους, αλλά πάντοτε να ασχολούνται με την προσευχή και τη φύλαξη του νου, ακόμη και όταν βρίσκονται έξω από τις εκκλησίες. Εκείνος που θέλει να καθαρίσει τον χρυσό, αν για λίγο αφήσει τη φωτιά να σταματήσει, σκληραίνεται πάλι το μετάλλευμα που καθαρίζει. Έτσι και εκείνος που άλλοτε θυμάται το Θεό και άλλοτε όχι, εκείνο που νομίζει ότι αποκτά με την προσευχή το χάνει με την απραξία. Το χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπά την αρετή είναι να αφανίζει πάντοτε, με τη μνήμη του Θεού, ό,τι γήινο υπάρχει στην καρδιά, ώστε σιγά-σιγά το κακό να αφανιστεί τελείως από τη φωτιά της μνήμης του αγαθού και η ψυχή να επανέλθει με μεγαλύτερη δόξα στη φυσική της λαμπρότητα.
98
Dispassion is not freedom from attack by the demons, for to be free from such attack we must, as the Apostle says, 'go out of the world' (1 Cor. 5:10); but it is to remain undefeated when they do attack. Troops protected by armor, when attacked by adversaries with bows and arrows, hear the twang of the bow and actually see most of the missiles that are shot at them; yet they are not wounded, because of the strength of their armor. Just as they are undefeated because they are protected by iron, so we can break through the black ranks of the demons if, because of our good works, we are protected by the armor of divine light and the helmet of salvation. For it is not only to cease from evil that brings purity, but actively to destroy evil by pursuing what is good.
Απάθεια δεν είναι το να μη μας πολεμούν οι δαίμονες —γιατί τότε θα έπρεπε να φύγομε από τον κόσμο, κατά τον Απόστολο(Α΄ Κορ. 5, 10)— αλλά ενώ μας πολεμούν, να μένομε απολέμητοι. Οι σιδερόφρακτοι πολεμιστές τοξεύονται από τους αντιπάλους τους, ακούνε και τον ήχο του βέλους, ακόμη βλέπουν και τα βέλη που ρίχνουν εναντίον τους οι εχθροί, αλλά δεν τραυματίζονται λόγω της στερεότητας των πολεμικών ενδυμάτων τους. Αλλά εκείνοι μένουν απολέμητοι, επειδή είναι περιφραγμένοι από σιδερένια ενδύματα. Εμείς όμως, φορώντας την πανοπλία του αγίου φωτός και την περικεφαλαία της σωτηρίας και οπλισμένοι με όλα τα καλά έργα, ας διασπάσομε τις σκοτεινές φάλαγγες των δαιμόνων. Γιατί την καθαρότητα δεν τη φέρνει μόνο το να μην πράττομε τα κακά, αλλά το να καταστρέψομε ολότελα τα κακά με την επιμέλεια των καλών.
99
When the man of God has conquered almost all the passions, there remain two demons that still fight against him. The first troubles the soul by diverting it from its great love of God into a misplaced zeal, so that it does not want any other soul to be as pleasing to God as itself. The second demon inflames the body with sexual lust. This happens to the body in the first place because sexual pleasure with a view to procreation is something natural and so it easily overcomes us; and in the second place it happens because God allows it. When the Lord sees an ascetic maturing in all the virtues, He sometimes allows him to be defiled by this sort of demon, so that the ascetic will regard himself as lower than those living in the world. Of course, this passion troubles men not only after they mature in the virtues, but also before that; in either case the soul is made to appear worthless, however great its virtues may be. We should fight the first of these demons by means of great humility and love, and the second by means of selfcontrol, freedom from anger, and intense meditation on death, until we come to perceive unceasingly the energy of the Holy Spirit within us and rise with the Lord's help above even these passions.
Όταν ο άνθρωπος του Θεού νικήσει όλα σχεδόν τα πάθη, δυο δαίμονες απομένουν που παλεύουν εναντίον του. Από αυτούς ο ένας ενοχλεί την ψυχή, και από τη μεγάλη αγάπη προς το Θεό την οδηγεί σ’ ένα άκαιρο ζήλο, ώστε να μη θέλει κανέναν άλλο να αρέσει όπως αυτή στο Θεό. Ο άλλος πολεμεί το σώμα παρακινώντας το σε μια φλογερή επιθυμία συνουσίας. Αυτό συμβαίνει στο σώμα, από το ένα μέρος επειδή η ηδονή αυτή είναι μέσα στη φύση του για τη γέννηση παιδιών, κι έτσι εύκολα νικά· κι από το άλλο μέρος κατά παραχώρηση του Θεού. Όταν δει ο Κύριος κανένα αγωνιστή που ακμάζει με πλήθος αρετών, παραχωρεί κάποτε να καταμολύνεται από τον δαίμονα αυτόν, για να έχει αιτία να νομίζει τον εαυτό του χειρότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Η ενόχληση από αυτό το πάθος ακολουθεί τα κατορθώματα, ή άλλοτε προηγείται, ώστε είτε πριν είτε μετά ενεργεί το πάθος, η ψυχή να φαίνεται αχρεία, όσο και αν είναι μεγάλα τα κατορθώματά της. Αλλά τον πρώτο δαίμονα θα τον πολεμήσομε με μεγάλη ταπεινοφροσύνη και αγάπη, και τον δεύτερο με εγκράτεια, έλλειψη οργής και βαθιά μελέτη του θανάτου, για να αισθανόμαστε με τους τρόπους αυτούς ακατάπαυστα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και να νικήσομε με τη χάρη τού Κυρίου και τα πάθη αυτά.
100
Those of us who come to share in the knowledge of God will have to account for all our vain imaginings, even when they are involuntary. 'For Thou hast marked even my involuntary transgressions', as Job rightly says (Job 14: 17. LXX). For if we had not ceased from the remembrance of God and neglected His holy commandments, we would not have succumbed to either voluntary or involuntary sin. We must therefore offer to the Lord at once a strict confession even of our involuntary failings in the practice of our normal rule - and it is impossible for a human being to avoid such human failings - until our conscience is assured through tears of love that we have been forgiven. 'If we confess our sins, He is faithful and just, and will forgive us our sins and cleanse us from all unrighteousness' (1 John 1:9). We should pay close attention to maintaining inward awareness during confession, so that our conscience will not deceive itself into believing that the confession it has made to God is adequate; for though we may not be aware that we have done anything wrong, the judgment of God is far more severe than our conscience. This is what Paul in his wisdom teaches us when he says: 'I do not judge myself; for although I am not conscious of anything against myself, yet I am not thereby acquitted. But it is the Lord who judges me’ (1Cor. 4: 3-4). If we do not confess our involuntary sins as we should, we shall discover an ill-defined fear in ourselves at the hour of our death. We who love the Lord should pray that we may be without fear at that time; for if we are afraid then, we will not be able freely to pass by the rulers of the nether world. They will have as their advocate to plead against us the fear which our soul experiences because of its own wickedness. But the soul which rejoices in the love of God, at the hour of its departure, is lifted with the angels of peace above all the hosts of darkness. For it is given wings by spiritual love, since it ceaselessly carries within itself the love which 'is the fulfilling of the law’ (Rom. 13:10). At the coming of the Lord those who have departed the present life with such confidence as this will be 'caught up' together with all the saints (cf. 1 Thess. 4:17); but those who feel fear even for an instant at the moment of their death will be left behind with the rest of mankind to be tried by the fire of judgment (cf. 1 Pet. 1:7), and will receive from our God and King, Jesus Christ, the lot due to them according to their works. For He is the God of justice and on us who love Him He bestows the blessings of His kingdom through all the ages. Amen.
Όσοι γίναμε μέτοχοι της αγίας γνώσεως, πάντως θα δώσομε λόγο και για τους αθέλητους μετεωρισμούς μας, όπως λέει και ο θείος Ιώβ: «Επεσήμανες και κάθε τυχόν ακούσιο παράπτωμά μου»(Ιώβ 14, 17). Και αυτό είναι δίκαιο- γιατί αν δε σταματήσει κανείς την παντοτινή μνήμη του Θεού, και δεν παραμελήσει τις άγιες εντολές Του, δε θα πέσει ούτε σε εκούσιο, ούτε σε ακούσιο παράπτωμα. Πρέπει λοιπόν αμέσως και για τα ακούσια παραπτώματα να προσφέρομε θερμή εξομολόγηση στον Κύριο, δηλαδή για τις παραβάσεις του μοναχικού κανόνα (γιατί δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να μην κάνει ανθρώπινα λάθη), μέχρις ότου πληροφορηθεί η συνείδησή μας μέσα σε δάκρυα αγάπης για τη συγχώρησή τους. «Γιατί αν ομολογούμε τις αμαρτίες μας —λέει η Γραφή— είναι αξιόπιστος και δίκαιος και θα συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και θα μας καθαρίσει από κάθε αδικία»(Α΄ Ιω. 1, 9). Πρέπει λοιπόν να προσέχομε αδιάκοπα το είδος της εξομολογήσεως, μήπως η συνείδησή μας ξεγελά τον εαυτό της, με το να νομίζει ότι αρκετά εξομολογήθηκε στο Θεό. Γιατί η κρίση του Θεού είναι πολύ ανώτερη από τη συνείδησή μας, ακόμη και αν κανείς, με κάθε εσωτερική πληροφορία, τίποτε δεν αισθάνεται για το οποίο να τον κατηγορεί η συνείδηση, καθώς ο σοφότατος Παύλος μάς διδάσκει λέγοντας: «Αλλά ούτε τον εαυτό μου δεν ανακρίνω· για τίποτα δε βρίσκω να με κατηγορεί η συνείδησή μου, αλλά η δικαίωσή μου δε βρίσκεται εδώ. Αυτός που με κρίνει είναι ο Κύριος»(Α΄ Κορ. 4, 3-4). Γιατί αν δεν εξομολογηθούμε και γι’ αυτά όπως πρέπει, θα δοκιμάσομε κάποιαν άγνωστη δειλία στην ώρα του θανάτου μας. Θα έπρεπε εμείς που αγαπούμε τον Κύριο, να προσευχόμαστε να βρεθούμε τότε χωρίς κανένα φόβο. Γιατί εκείνος που δοκιμάζει τότε φόβο, δε θα περάσει ελεύθερα από τους άρχοντες του ταρτάρου· γιατί αυτοί θα έχουν σαν συνήγορο της κακίας τους τη δειλία της ψυχής. Η ψυχή όμως που αισθάνεται αγαλλίαση με την αγάπη του Θεού κατά την ώρα του θανάτου, πηγαίνει πάνω από όλες τις σκοτεινές παρατάξεις μαζί με τους αγγέλους, πετώντας με τα φτερά της πνευματικής αγάπης, αφού έχει χωρίς κανένα κενό το πλήρωμα του νόμου, την αγάπη(Ρωμ. 13, 10). Γι’ αυτό και κατά την παρουσία του Κυρίου, θα αρπαγούν μαζί με όλους τους αγίους εκείνοι που θα τελειώνουν τον βίο με τέτοια παρρησία, ενώ εκείνοι που και λίγο δειλιάζουν την ώρα του θανάτου, θα αφεθούν μαζί με το πλήθος των άλλων ανθρώπων, σαν υπόδικοι, για να δοκιμαστούν από τη φωτιά της κρίσεως, και έτσι να δεχτούν την κληρονομιά που τους οφείλεται κατά τα έργα τους από τον αγαθό Θεό μας και βασιλιά Ιησού Χριστό. Γιατί Αυτός είναι ο Θεός της δικαιοσύνης και δικός Του είναι ο πλούτος της αγαθότητας της βασιλείας Του που δίνει σ’ εμάς που τον αγαπούμε, σε όλους τους αιώνες. Αμήν.